Γράφει η Ελένη Νιάρχου

Με αποκορύφωμα τις πρόσφατες διαδηλώσεις των αγροτών στο Βερολίνο και την Κολωνία διαμαρτύρονται οι αγρότες σε ολόκληρη την Ευρώπη από τον περασμένο Δεκέμβριο. Ο φαινομενικός λόγος για τις διαμαρτυρίες τους  είναι η περικοπή της επιδότησης του αγροτικού πετρελαίου, κατά μέσο όρο κάτι λιγότερο από 3.000 ευρώ ανά εκμετάλλευση καθώς και του ευνοϊκού καθεστώτος απόκτησης και διατήρησης αγροτικού αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα την αύξηση του παραγωγικού κόστους.

Όμως, το παραπάνω απλά ξεχείλισε το ποτήρι,  γιατί μετά από 60 χρόνια και κάτι εφαρμογής της Κοινής  Αγροτικής Πολιτικής, ο ευρωπαϊκός αγροτικός κόσμος έχει στην κυριολεξία “γονατίσει”. Έτσι σήμερα μαζί με την  ΚΑΠ έχουμε και τα Κοινά Αγροτικά Αιτήματα…

Αλλά, όπως φαίνεται, η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών κρατών ενδιαφέρονται όλο και λιγότερο για τα αιτήματα τους. Το μόνο που τους νοιάζει είναι να εκτελέσουν στην ακρίβεια, ό,τι έχει ψηφιστεί με βάση την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), αδιαφορώντας για τα αποτελέσματα που έχουν ήδη υποστεί αγρότες και καταναλωτές. 

Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), η οποία θεσπίστηκε το 1962, βασίζεται στην εταιρική σχέση του κλάδου της γεωργίας με την κοινωνία, και της Ευρώπης με τους αγρότες της. Το μόνο όμως που βλέπουμε τόσα χρόνια είναι μία Ευρώπη που μέσα από θεσμικά πλαίσια, αναγκάζει ή και υποχρεώνει τους αγρότες να κινηθούν με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Ο τρόπος της ΚΑΠ οδήγησε  στο να μειωθεί η γεωργική παραγωγή, ή να περιοριστεί η παραγωγή συγκεκριμένων προϊόντων και πέτυχε την αφαίρεση γης από την παραγωγή, όπως π.χ. έκαναν με τα φωτοβολταϊκά, τα οποία αντικατέστησαν τα αγροτικά προϊόντα, παίρνοντας την θέση τους σε μεγάλες καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Γι’ αυτό και οι επιδοτήσεις της Ε.Ε. και των κρατών που την απαρτίζουν, αφορούν το ξήλωμα των αμπελώνων, λόγω της νομοθεσίας περί περιορισμού παραγωγής κρασιού, το κόψιμο των ελαιόδεντρων και την αντικατάσταση ενός προϊόντος με κάποιο άλλο, όπως έκαναν με το βαμβάκι και τα καπνά.

Άρα, οι επιδοτήσεις δεν αφορούν τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας σχετικά με τα προϊόντα που χρειάζεται να καλλιεργούνται, ώστε να εξασφαλίζεται η ευημερία αγροτών και καταναλωτών. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι οι αγρότες παίρνουν επιδοτήσεις για να βοηθηθούν στην παραγωγή τους. Ο μόνος λόγος που τους δίνονται οι επιδοτήσεις είναι για να κινηθούν σε έναν δρόμο, όπως ακριβώς αυτός ορίζεται από την ΚΑΠ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε η παραγωγή να είναι πλήρως ελεγχόμενη και εξαρτώμενη από τα μεγάλα καρτέλ, τα οποία προμηθεύουν τους σπόρους και τα λιπάσματα, σε πολύ ακριβές τιμές, με το κόστος της παραγωγής να εκτοξεύεται στα ύψη. 

Σε αυτό έρχεται να «κουμπώσει» και το πρώτο μνημόνιο, με το οποίο έχουμε ήδη συμφωνήσει ότι θα πρέπει να δίνεται έγκριση από την Ε.Ε. για το αν κάποιος μπορεί να είναι αγρότης, ή για το τι προϊόντα θα καλλιεργήσει στο χωράφι του. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πολύ καλά ότι η κατάσταση που βιώνουμε στον αγροτικό τομέα είναι αποτέλεσμα όλων των νόμων που ψηφίστηκαν μέσω της «Κοινής Αγροτικής Πολιτικής» και έγιναν αποδεκτοί από όλες τις κυβερνήσεις, που έχουν διοικήσει τόσα χρόνια τα Ευρωπαϊκά κράτη.

Η ΚΑΠ και η Ε.Ε. δεν έχουν κινηθεί υπέρ της κοινωνίας ή του αγρότη. Μετά από τόσα χρόνια αυτό που βλέπουμε είναι μία τεράστια αύξηση στις τιμές των γεωργικών προϊόντων, αλλά και μία πτώση του γεωργικού εισοδήματος. Αυτό είναι κάτι που όλοι το έχουμε αντιληφθεί, κυρίως ως καταναλωτές, αλλά και μερικοί ως αγρότες. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αυτό το επιβεβαιώνει και η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή στον απολογισμό των 3 πρώτων ετών μετά την μεγάλη γεωργική μεταρρύθμιση της ΚΑΠ του 1992 (Επίσημη εφημερίδα c089 της 19/03/1997 σ. 0039). Άρα, επισήμως, ο γεωργικός τομέας έχει πληγεί και μάλιστα με πολύ καλά δρομολογημένο τρόπο από τους θεσμούς που φτιάχτηκαν για … εμάς. Καλά … λέμε τώρα …

Μα είναι δυνατόν, ένας θεσμός όπως η Ε.Ε., αλλά και όλες οι κυβερνήσεις να είναι απέναντι στον πολίτη, ενώ έχουν δημιουργηθεί για να τον υπηρετούν; 

Ήρθε ο καιρός, όλοι οι πολίτες της Ευρώπης, και φυσικά και οι Έλληνες πολίτες, να καταλάβουμε ότι θα πρέπει να στέλνουμε στην Ευρώπη εκπροσώπους, που θα είναι μαζί μας και όχι απέναντί μας. Μιας και οι Ευρωεκλογές για το 2024 δεν είναι πολύ μακριά από το σήμερα, ας αναλογιστούμε ποιους πρέπει να στείλουμε εκεί, ώστε να απαιτήσουν την θέσπιση νόμων, όπως ακριβώς αρμόζει σε όλους τους Ευρωπαίους πολίτες και να μην αναλωνόμαστε στα ίδια πρόσωπα που τόσα χρόνια έχουμε δει, πώς έχουν πράξει για εμάς.