Γράφει ο Δημήτρης Αλαμπάνος
Έντονες αντιδράσεις έχουν προκαλέσει στην Καλαμάτα τα σχέδια για την υλοποίηση επένδυσης ύψους 136,5 εκατομμυρίων ευρώ από την ισραηλινών συμφερόντων εταιρεία IDM Capital, στην περιοχή «Μπούρνια» της δυτικής παραλίας της πόλης. Το έργο, που προωθείται μέσω της εταιρείας IDM Kalamata Μονοπρόσωπη Α.Ε., έχει κατατεθεί στην Enterprise Greece με αίτημα υπαγωγής στο καθεστώς των Στρατηγικών Επενδύσεων του νόμου 4864/2021.
Σύμφωνα με τον επενδυτικό σχεδιασμό, προβλέπεται η ανάπτυξη ενός οργανωμένου παραθεριστικού συγκροτήματος σε έκταση περίπου 205.743 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο θα περιλαμβάνει ξενοδοχειακή μονάδα πέντε αστέρων, πολυτελείς κατοικίες υψηλών προδιαγραφών, εγκαταστάσεις αναψυχής και ευεξίας, αθλητικές υποδομές και εμπορικές χρήσεις. Η προοπτική παραχώρησης χρήσης τμημάτων του αιγιαλού και της παραλίας, σε συνδυασμό με την ταχεία διαδικασία αδειοδότησης, έχει προκαλέσει αντιδράσεις κατοίκων, φορέων και προσωπικοτήτων της πόλης, που εκφράζουν ανησυχίες για τον χαρακτήρα της ανάπτυξης και τη διατήρηση της ελεύθερης πρόσβασης στο παραλιακό μέτωπο.
Μια σχεδιαζόμενη επένδυση της ισραηλινής εταιρείας IDM Capital, που προβλέπει την ανάπτυξη ενός σύγχρονου παραθεριστικού χωριού στο δυτικό τμήμα της παραλίας του Δήμου Καλαμάτας, ξεπερνά τα όρια μιας απλής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Δεν αφορά μόνο τα εκατομμύρια που πρόκειται να επενδυθούν, ούτε τις θέσεις εργασίας που υπόσχεται να δημιουργήσει. Αφορά κυρίως το μέλλον ενός τόπου και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ίδια την έννοια της ανάπτυξης.
Η προτεινόμενη παρέμβαση αντιμετωπίζεται από πολλούς κατοίκους και φορείς ως κάτι πολύ περισσότερο από ένα ακόμη τουριστικό έργο. Εκφράζονται φόβοι ότι η έκταση και η ένταση της δόμησης ενδέχεται να αλλοιώσουν μόνιμα τη φυσιογνωμία της περιοχής, μετατρέποντας ένα ιδιαίτερο παραλιακό τοπίο, σε έναν χώρο προσανατολισμένο αποκλειστικά στην τουριστική και εμπορική εκμετάλλευση. Για τους επικριτές του σχεδίου, το διακύβευμα δεν περιορίζεται στην οικονομική διάσταση της επένδυσης, αλλά αφορά τη διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα του παραλιακού μετώπου και την προστασία ενός φυσικού και κοινωνικού αγαθού με ιδιαίτερη σημασία για την πόλη της Καλαμάτας.
Η επένδυση αυτή προωθείται μέσω του νόμου για τις Στρατηγικές Επενδύσεις, μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο που σχεδιάστηκε για να επιταχύνει τις διαδικασίες αδειοδότησης μεγάλων έργων. Ωστόσο, η εφαρμογή του συγκεκριμένου πλαισίου, έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό, καθώς οι ταχείες διαδικασίες και οι ειδικές χωροταξικές ρυθμίσεις που προβλέπει, ενδέχεται να ευνοούν την επενδυτική αξιοποίηση εις βάρος της ουσιαστικής προστασίας του περιβάλλοντος και του δημόσιου χώρου.
Γιατί, το περιβάλλον δεν αποτελεί μια αφηρημένη έννοια, ούτε ένα εμπόδιο στην ανάπτυξη. Είναι η ίδια η ποιότητα της ζωής μας, η καθημερινότητα των κατοίκων, η συλλογική μνήμη και η ταυτότητα κάθε τόπου. Η πραγματική πρόοδος δε μετριέται αποκλειστικά με οικονομικούς δείκτες και επενδυτικά μεγέθη. Κρίνεται, κυρίως, από το κατά πόσο μπορούμε να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές έναν τόπο ζωντανό, ελεύθερο, ανθρώπινο και περιβαλλοντικά βιώσιμο. Έναν τόπο όπου η ανάπτυξη θα υπηρετεί την κοινωνία και όχι το αντίστροφο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι θέσεις της «Ελλήνων Συνέλευσις» γύρω από το ζήτημα της διαχείρισης των μεγάλων επενδύσεων και της προστασίας του περιβάλλοντος, καθώς προσεγγίζουν την ανάπτυξη μέσα από την ανάγκη ελέγχου των συμβάσεων με εξωτερικούς φορείς και της προσαρμογής κάθε σχεδιασμού στις πραγματικές ανάγκες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής της χώρας.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις προγραμματικές της δηλώσεις, προβλέπεται η σύσταση ειδικών επιτροπών ελέγχου, με αντικείμενο τη διερεύνηση της δράσης ξένων κέντρων και των συνεργασιών τους στον ελληνικό χώρο, την καταγραφή των έργων που έχουν υλοποιηθεί, καθώς και την αποτίμηση των συνεπειών που αυτά έχουν επιφέρει στις τοπικές κοινωνίες και στη χώρα συνολικά.
Παράλληλα, προτείνεται η δημιουργία ειδικών επιτροπών οι οποίες θα εξετάσουν κάθε περιοχή της Ελλάδας ξεχωριστά, καταγράφοντας τα πραγματικά δεδομένα, τις υφιστάμενες συμβάσεις με εξωτερικούς φορείς, τον τρόπο διαχείρισης των διαθέσιμων πόρων και, κυρίως, τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών σε όλα τα επίπεδα. Η θέση αυτή στηρίζεται στην άποψη ότι ο σχεδιασμός της ανάπτυξης οφείλει να προκύπτει μέσα από τη γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε τόπου και όχι μέσα από οριζόντιες πολιτικές που αγνοούν τις τοπικές ιδιαιτερότητες.
Στον πυρήνα της πολιτικής πρότασης της Ελλήνων Συνέλευσης βρίσκεται η αντίληψη ότι η πρόοδος δεν μπορεί να έρχεται σε σύγκρουση με το φυσικό περιβάλλον. Αντίθετα, κάθε έργο και κάθε κατασκευή οφείλουν να πραγματοποιούνται με απόλυτο σεβασμό προς αυτό, διασφαλίζοντας την αρμονική συνύπαρξη του ανθρώπου με τον χώρο όπου ζει και δημιουργεί.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα αυτού του πολιτικού φορέα, οι οικισμοί και οι αναπτυξιακές παρεμβάσεις πρέπει να προσαρμόζονται στα γεωγραφικά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής, ώστε η ανθρώπινη δραστηριότητα να εντάσσεται φυσικά στο τοπίο και όχι να το αλλοιώνει. Η προστασία του περιβάλλοντος δεν αντιμετωπίζεται ως μια τυπική υποχρέωση ή ως ένα σύνολο περιορισμών, αλλά ως θεμελιώδης προϋπόθεση για την ποιότητα ζωής και τη διατήρηση της φυσικής ισορροπίας.
Για την Ελλήνων Συνέλευσις, ο σεβασμός προς το περιβάλλον σημαίνει την απόλυτη ταύτιση του ανθρώπου με αυτό. Μια σχέση αλληλεξάρτησης και αρμονίας, όπου η ανάπτυξη δεν επιβάλλεται πάνω στη φύση, αλλά σχεδιάζεται με τρόπο που να υπηρετεί τόσο τον άνθρωπο όσο και το φυσικό του περιβάλλον.
Σύμφωνα με όλα αυτά, η υπόθεση της σχεδιαζόμενης επένδυσης στη δυτική παραλία της Καλαμάτας, αναδεικνύει ένα ευρύτερο ερώτημα που αφορά ολόκληρη την ελληνική κοινωνία: ποιο μοντέλο ανάπτυξης επιθυμούμε για τη χώρα μας και ποια κληρονομιά θέλουμε να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές. Γιατί η πραγματική ευημερία δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην απώλεια των κοινών αγαθών, αλλά πάνω στη διαφύλαξη του φυσικού πλούτου, της κοινωνικής συνοχής και του δικαιώματος των πολιτών να συμμετέχουν ουσιαστικά στον σχεδιασμό του μέλλοντος του τόπου τους.
