Γράφει η Αργυρώ Παναγιωτοπούλου
Η κατασκευή και εγκατάσταση μεγάλων μονάδων Data Centers (Κέντρα Δεδομένων) βρίσκεται σταθερά, εδώ και αρκετό καιρό, στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, με εκτενείς αναλύσεις, έντονους προβληματισμούς και αρκετά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τις επιπτώσεις που ενδεχομένως θα υπάρξουν στις περιοχές όπου τα Κέντρα αυτά θα αρχίσουν να λειτουργούν. Οι κυβερνητικοί μηχανισμοί και τα πληρωμένα φερέφωνά τους δεν κρύβουν τον ενθουσιασμό τους για το ποσό του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ που θα εισρεύσει, μόνο στην Αττική, για την ίδρυση και την οργάνωση τέτοιων κέντρων, προσποιούμενοι ότι δεν αντιλαμβάνονται τους κινδύνους στους οποίους θα εκτεθούν οι κάτοικοι της περιοχής, στο όνομα και μόνο της περίφημης «επένδυσης».
Ουσιαστικά, η Κυβέρνηση τορπιλίζει τα θεμέλια της κοινωνικής ζωής ολόκληρων περιοχών, διαταράσσοντας τις περιβαλλοντικές ισορροπίες, αναγκάζοντας αγροτικούς πληθυσμούς να εγκαταλείψουν τη γη τους και αυξάνοντας κατακόρυφα τους λογαριασμούς ρεύματος και νερού. Οι κυβερνητικοί μας ταγοί δεν κρύβουν πια το προσωπείο τους, πίσω από το οποίο φαίνεται ξεκάθαρα η “νομιμοφανής” παραχώρηση, σχεδόν δωρεάν, της χώρας μας στις πολυεθνικές επενδυτικές εταιρείες, για να πλουτίζουν εις βάρος μας.
Είναι οι ίδιοι κυβερνητικοί σχηματισμοί που ενώ δίνουν πράσινο φως στους κεφαλαιοκράτες να εισέλθουν στη χώρα μας με κερδοσκοπικές προθέσεις, προσφέροντάς τους «γη και ύδωρ», επιβάλλουν περιορισμούς και απαγορεύσεις σε πατροπαράδοτες ελληνικές καλλιέργειες, όπως η ντομάτα στην Κρήτη ή το βαμβάκι στη Θεσσαλία, λόγω λειψυδρίας. Πολλοί τοπικοί φορείς στην Κρήτη, εκφράζουν την αγωνία τους για τις καλοκαιρινές καλλιέργειες καρπουζιών, ντομάτας και άλλων κηπευτικών που θα εγκαταλειφθούν σε μεγάλη έκταση, λόγω έλλειψης νερού από τις γεωτρήσεις που στερεύουν ή από τα φράγματα που δεν επαρκούν.
Η αγροτική δραστηριότητα μαραζώνει από τις μεθοδεύσεις των δήθεν κυβερνώντων μας, οι οποίοι προωθούν με ζήλο τα μεγαλεπήβολα αναπτυξιακά τους έργα, με θηριώδη ενεργοβόρα κέντρα δεδομένων και διάσπαρτες ΑΠΕ που θα αλλοιώσουν ριζικά το πανέμορφο τοπίο της Κρήτης και άλλων περιοχών, χωρίς κανένα όφελος για τον πολίτη.
Η Αττική υποφέρει επίσης από λειψυδρία, παρόλα αυτά ετοιμάζεται να σηκώσει το βάρος πέντε κολοσσιαίων συγκροτημάτων Data centers, όπως: Microsoft, Google, Amazon, Realty, NTT και του υπερυπολογιστή ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με τεράστιες ενεργειακές απαιτήσεις και εκατομμύρια γαλόνια νερού για την υδρόψυξη των εγκαταστάσεών τους. Στις ΗΠΑ το κίνημα των πολιτών πιέζει τις ηγεσίες των πολιτειών να λάβουν μέτρα για να αποτρέψουν τις εφιαλτικές επιπτώσεις από αντίστοιχα προβλήματα, στην Ελλάδα όμως, της κρατικής δουλοπρέπειας, οι εταιρείες σπρώχνονται μεταξύ τους για μια θέση πολύπλοκων τεχνολογικών υποδομών, με τους «άρχοντές» μας να εκτελούν χρέη «διαιτητή».
Πίσω από τα μεγάλα λόγια περί «εκσυγχρονισμού» και «ψηφιακής ανάπτυξης», τα οποία συνοδεύουν τις εγκαταστάσεις των data centers, αποκαλύπτεται ένα επικίνδυνο σχέδιο, το οποίο καθώς έρχεται σιγά – σιγά στο φως, μας προκαλεί ολοένα και περισσότερες ανησυχίες, προβληματίζοντάς μας έντονα και δημιουργώντας μας πάμπολλα σοβαρά ερωτήματα. Τα Κέντρα Δεδομένων σίγουρα εξυπηρετούν το σύγχρονο τρόπο ζωής σε μεγάλο βαθμό, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί, μήπως όμως το τίμημα που θα κληθούμε να πληρώσουμε θα είναι κατά πολύ δυσανάλογο ως προς το όφελος που θα αποκομίσουμε;
Όταν ολόκληρες αγροτικές περιοχές, μαζί με τους πληθυσμούς τους, αναγκάζονται να περιοριστούν ή να μετακινηθούν, λόγω λειψυδρίας ή ενεργειακών απαιτήσεων, προγραμματίζονται παράλληλα έργα ψηφιακών εφαρμογών που θα «πίνουν» το νερό μας και θα «ρουφούν» την ενέργειά μας για να λειτουργήσουν. Πραγματικά, παρατηρώντας από τη μεριά του κοινωνικού συνόλου, δεν μπορούμε να δούμε κάποια ωφέλεια σε όλο αυτό, παρά μόνο ζημία σε κάθε επίπεδο της ζωής και του βίου μας.
Όσο για τις χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας που υπόσχονται, με τις οποίες πάντα επιχειρούν να μας δελεάσουν, ιδίως σε περιόδους παρατεταμένης ανεργίας, θα μείνουν στα λόγια, εφόσον, όπως όλοι πλέον γνωρίζουμε, μετά την ολοκλήρωση της κατασκευαστικής τους διαδικασίας, τα σύγχρονα αυτοματοποιημένα κέντρα δεδομένων, λειτουργούν με το ελάχιστο δυνατό προσωπικό.
Η προσέλκυση όμως των πολλά υποσχόμενων «επενδύσεων» προωθείται με κρατικά κίνητρα σημαντικών φοροαπαλλαγών για τις οικονομικές δραστηριότητές τους, ενώ για την κατασκευή, εγκατάσταση και λειτουργία τους, τα Κέντρα Δεδομένων θα χρησιμοποιούν τις ήδη υπάρχουσες κρατικές υποδομές δικτύων, οι οποίες θα χρειαστούν ασφαλώς ριζική αναβάθμιση, με ένα βασικό ερώτημα να παραμένει μετέωρο: ποιος θα πληρώσει το κόστος; Η μέχρι τώρα πικρή εμπειρία μας, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μάλλον εμείς οι πολίτες θα το πληρώσουμε πάλι, μέσω των λογαριασμών ρεύματος και νερού, όπως συμβαίνει πάντα όταν έρχονται «επενδύσεις» στη χώρα μας.
Ωστόσο οι ανησυχίες μας κορυφώνονται όταν αναλογιστούμε τις ολέθριες επιπτώσεις που θα έχει όλο αυτό το εγχείρημα στο ήδη βεβαρημένο περιβάλλον μας. Η «φούσκα» της πράσινης μετάβασης θα σκάσει με κρότο, καθώς οι ΑΠΕ, δε θα αρκούν για να καλύψουν τις τεράστιες ποσότητες ενέργειας για την αδιάλειπτη τροφοδοσία των κέντρων δεδομένων, με αποτέλεσμα να χρειαστούν συμπληρωματικά και ορυκτά καύσιμα που θα αφήσουν σίγουρα μεγάλο αρνητικό αποτύπωμα διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.
Μέχρι το 2030 έχει προγραμματιστεί η εγκατάσταση 18 data centers σε όλη την Ελλάδα, εκ των οποίων το πρώτο στα Σπάτα και το δεύτερο στην Παιανία, βρίσκονται ήδη υπό κατασκευή. Τεράστιες εκτάσεις γης θα δεσμευτούν, η θερμική επιβάρυνση και η ατμοσφαιρική ρύπανση θα γίνουν ανυπόφορες και στο τέλος, αν βρίσκουμε νερό να πιούμε ή να ποτίσουμε τα χωράφια μας, θα το πληρώνουμε πανάκριβα. Τα οικοσυστήματά μας θα διαλυθούν, η γεωμορφολογία του αρμονικού ελληνικού τοπίου θα αλλοιωθεί και το οργουελικό αυτό σκηνικό, θα αλλάξει ριζικά τον τρόπο ζωής των τοπικών κοινωνιών.
Εάν η εφαρμογή της τεχνολογίας απαιτεί μόνο να θυσιάζουμε το περιβάλλον μας, τους φυσικούς μας πόρους, την παραγωγή μας και γενικά, την ποιότητα της ανθρώπινης ζωής, χωρίς κανένα κοινωνικό όφελος, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για πρόοδο, αλλά για μια ξεκάθαρη διαδικασία αυτοκαταστροφής.
Διανύουμε τους έσχατους καιρούς, έχοντας φτάσει στο χείλος του γκρεμού και επιβάλλεται τούτη, την ύστατη στιγμή, πριν τον αφανισμό μας ως ανθρωπότητα, να σκεφτούμε σοβαρά, συνειδητοποιώντας την κατάστασή μας και να πάρουμε την απόφαση να αλλάξουμε πορεία.
Είμαστε άνθρωποι, δημιουργήματα θεών Δημιουργών και οφείλουμε να προσαρμόζουμε πάντα τη ζωή και τον βίο μας σύμφωνα με τη φυσιολογία μας, όπως την όρισαν οι Δημιουργοί μας.
Ο Άνθρωπος είναι προικισμένος με Νου, διαθέτει Νόηση η οποία εκφράζεται μέσω του Λόγου, όπου Λόγος ίσον Νους. Η μοναδική Τεχνολογία που αρμόζει συνεπώς στον Άνθρωπο είναι η Τέχνη του Λόγου, όπως εξάλλου μας υποδεικνύει ετυμολογικά η ίδια η λέξη. Η εφαρμοσμένη Τέχνη του Λόγου (Τεχνολογία) προϋποθέτει τη νομοτελειακή χρήση ενέργειας, δηλαδή την ελεύθερη ενέργεια μέσω εναλλακτικών μορφών, εκ των οποίων η πιο σημαντική είναι η παραγωγή υδρογόνου μέσω ηλεκτρολυτικής διαδικασίας, χρησιμοποιώντας ως ενέργεια την ηλιακή, με σκοπούς αποδοτικούς και πρωτοποριακούς, στα πλαίσια μιας πολιτειακής δράσης.
Η Ενέργεια και το Νερό είναι θεία δώρα, στοιχεία του ίδιου του Περιβάλλοντός μας, άρα απόλυτα συμβατά με τον ανθρώπινο οργανισμό μας και μας δίνονται με αφθονία, υπό τον όρο να τα σεβόμαστε και να τα χρησιμοποιούμε αποκλειστικά για τη διαρκή ανέλιξή μας.
Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να τα χρησιμοποιεί για εκμετάλλευση ή για προσωπικό πλουτισμό. Ως θεία δώρα και κοινωνικά αγαθά οφείλουν να παρέχονται δωρεάν στους πολίτες, οι οποίοι θα πληρώνουν μόνο το κόστος διαχείρισης και μεταφοράς μέσω του δικτύου διανομής.
