Αχαΐα: Η φτώχεια πίσω από τους πανηγυρισμούς της ανάπτυξης!


Γράφει ο Άρης Μέττος 

Υπάρχει μια Ελλάδα των αριθμών και μια Ελλάδα της καθημερινότητας. Η πρώτη παρουσιάζεται μέσα από κυβερνητικές ανακοινώσεις, οικονομικούς δείκτες, αναβαθμίσεις της οικονομίας και προβλέψεις ανάπτυξης. Η δεύτερη είναι αυτή που συναντά κανείς στα νοικοκυριά, τις λαϊκές αγορές, τα σούπερ μάρκετ, στους λογαριασμούς του ρεύματος και τα ενοίκια που αυξάνονται διαρκώς. Και όσο κι αν η πρώτη προσπαθεί να πείσει ότι η χώρα αφήνει οριστικά πίσω της την κρίση, η δεύτερη επιμένει να υπενθυμίζει ότι για εκατομμύρια πολίτες η κρίση δεν έφυγε ποτέ.

Τα πρόσφατα στοιχεία για την Αχαΐα, αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΟΒΕ, το κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα στην περιοχή διαμορφώθηκε στα 12.700 ευρώ ετησίως, το δεύτερο χαμηλότερο στην Ελλάδα. Την ίδια στιγμή, ο εθνικός μέσος όρος βρίσκεται στα 16.400 ευρώ, ενώ στην Αττική φτάνει τα 19.900 ευρώ. Η απόσταση από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που προσεγγίζει τα 24.500 ευρώ, είναι αποκαρδιωτική. Δεν πρόκειται απλώς για έναν αριθμό σε έναν πίνακα. Πρόκειται για χιλιάδες οικογένειες που καλούνται να επιβιώσουν με εισοδήματα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό κόστος ζωής.

Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα στοιχεία για τη φτώχεια. Πριν από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (κρατικά επιδόματα), το 35,1% των κατοίκων της Αχαΐας βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας, το υψηλότερο ποσοστό στη χώρα. Ακόμη και μετά τα επιδόματα και τις κρατικές ενισχύσεις, το ποσοστό παραμένει στο 30,6%. Με απλά λόγια, σχεδόν ένας στους τρεις κατοίκους της περιοχής εξακολουθεί να ζει υπό τη σκιά της οικονομικής ανασφάλειας.

Όσοι θεωρούν ότι η Αχαΐα αποτελεί εξαίρεση, μάλλον κάνουν λάθος. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024 δείχνουν ότι το 26,9% του πληθυσμού της χώρας, δηλαδή περίπου 2,74 εκατομμύρια άνθρωποι, βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Το ποσοστό αυτό όχι μόνο παραμένει εξαιρετικά υψηλό, αλλά αυξήθηκε σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, το 19,6% των πολιτών εξακολουθεί να βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ακόμη και μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις.

Αυτά τα στοιχεία αποδομούν το αφήγημα ότι η ανάπτυξη διαχέεται αυτόματα στην κοινωνία. Διότι αν η ανάπτυξη ήταν πράγματι τόσο ισχυρή όσο παρουσιάζεται, δεν θα υπήρχαν σχεδόν τρία εκατομμύρια πολίτες που κινδυνεύουν από φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό. Δε θα υπήρχαν εργαζόμενοι που εξαντλούν τον μισθό τους μέσα στις πρώτες εβδομάδες του μήνα. Δε θα υπήρχαν νέοι που αδυνατούν να αποκτήσουν κατοικία ή να σχεδιάσουν τη δημιουργία οικογένειας.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και αναπτυξιακό. Γιατί μια χώρα δεν μπορεί να μιλά για πρόοδο όταν οι νέοι της συνεχίζουν να αναζητούν καλύτερες προοπτικές στο εξωτερικό. Δεν μπορεί να μιλά για ευημερία όταν η περιφέρεια αδειάζει, όταν η δημογραφική κρίση εντείνεται και όταν η ανασφάλεια γίνεται μόνιμο χαρακτηριστικό της καθημερινότητας.

Ασφαλώς, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει ότι η ελληνική οικονομία έχει καταγράψει ορισμένες θετικές επιδόσεις τα τελευταία χρόνια. Το ζήτημα όμως είναι ποιος ωφελείται από αυτές. Διότι όταν οι στατιστικές βελτιώνονται, αλλά οι κοινωνικές ανισότητες παραμένουν, τότε κάτι δε λειτουργεί σωστά. Η ανάπτυξη αποκτά πραγματική αξία μόνο όταν μεταφράζεται σε καλύτερους μισθούς, χαμηλότερο κόστος ζωής, περισσότερες ευκαιρίες και μεγαλύτερη κοινωνική ασφάλεια.

Η σημερινή κατάσταση δεν προέκυψε ξαφνικά, αλλά είναι αποτέλεσμα δεκαετιών λανθασμένων πολιτικών επιλογών, υπερδανεισμού, παραγωγικής αποδυνάμωσης, εξάρτησης από την κατανάλωση και έλλειψης μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες αυτών των επιλογών, ενώ πολλές από τις παθογένειες, παραμένουν άλυτες. Το παραγωγικό μοντέλο της χώρας εξακολουθεί να εμφανίζει σοβαρές αδυναμίες και η περιφερειακή ανάπτυξη παραμένει ζητούμενο.

Η λύση δε βρίσκεται σε περισσότερα επιδόματα, ούτε σε επικοινωνιακές διακηρύξεις. Τα επιδόματα μπορούν να ανακουφίσουν προσωρινά, αλλά δε δημιουργούν πλούτο, ούτε εξασφαλίζουν μόνιμη ευημερία. Η πραγματική διέξοδος βρίσκεται στην ενίσχυση της παραγωγής, της μεταποίησης, της αγροτικής οικονομίας, της καινοτομίας και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Βρίσκεται στη δημιουργία θέσεων εργασίας, με αξιοπρεπείς αποδοχές και όχι στην ανακύκλωση της φτώχειας μέσω προσωρινών παροχών.

Παράλληλα, απαιτείται ένα δικαιότερο φορολογικό πλαίσιο που θα επιτρέπει στους πολίτες να διατηρούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους. Απαιτούνται ουσιαστικές πολιτικές για τη στέγαση, καθώς το κόστος κατοικίας εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τη μεσαία τάξη και τους νέους. Απαιτείται επίσης μεγαλύτερη διαφάνεια στη διαχείριση των δημόσιων πόρων και σοβαρός έλεγχος των κρατικών δαπανών, ώστε οι πολίτες να γνωρίζουν πού κατευθύνονται τα χρήματά τους και ποιο είναι το πραγματικό αποτέλεσμα των πολιτικών που εφαρμόζονται.

Η Αχαΐα δεν είναι μια στατιστική εξαίρεση, είναι ο καθρέφτης μιας πραγματικότητας που αφορά ολόκληρη τη χώρα. Οι αριθμοί του ΙΟΒΕ και της ΕΛΣΤΑΤ δεν είναι απλώς δεδομένα σε μια έκθεση. Είναι μια προειδοποίηση ότι η κοινωνία εξακολουθεί να δοκιμάζεται. Και όσο η πολιτική συζήτηση περιορίζεται στους δείκτες ανάπτυξης χωρίς να απαντά στα προβλήματα της καθημερινότητας, τόσο θα μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στην επίσημη εικόνα της οικονομίας και στη ζωή των πολιτών.

Γιατί στο τέλος της ημέρας η πραγματική ανάπτυξη δε μετριέται από το ΑΕΠ ,ούτε από τις διεθνείς αξιολογήσεις. Μετριέται από το αν ο εργαζόμενος μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια από τον μισθό του, αν ο νέος μπορεί να ονειρευτεί το μέλλον του στην πατρίδα του και αν η οικογένεια μπορεί να κοιτάζει το αύριο με αισιοδοξία, αντί με αγωνία.


Visited 16 times, 16 visit(s) today

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *