Γράφει η Τυρώ
Υπάρχουν ορισμένες στιγμές που δε σε θυμώνει τόσο αυτό που κάνει ο άλλος, όσο αυτό που δεν κάνεις εσύ. Και όσο περισσότερο διάβαζα για το τουρκικό πρόγραμμα «Geleceğe Miras» – «Κληρονομιά για το Μέλλον», τόσο περισσότερο ένιωθα ότι το πραγματικό πρόβλημα δε βρίσκεται απέναντί μας. Βρίσκεται μέσα στο δικό μας σπίτι.
Ο Τούρκος Υπουργός Πολιτισμού, λοιπόν, Μεχμέτ Νουρί Ερσόι δηλώνει ότι το πρόγραμμα «Κληρονομιά για το Μέλλον» αποτελεί «ένα ολοκληρωμένο κίνημα εθνικοποίησης στην τουρκική αρχαιολογία» και ότι στόχος του είναι η πλήρης ανάληψη αυτής της κληρονομιάς «με γνώμονα τον τουρκοϊσλαμικό πολιτισμό», και αναρωτιέμαι, υπάρχει Κάποιος στην Αθήνα που να θεωρεί ότι αυτές οι δηλώσεις χρειάζονται άμεσα μια Δημόσια τοποθέτηση;
Γιατί όταν ο αρμόδιος υπουργός μιας χώρας δηλώνει Δημόσια ότι η Έφεσος, η Άσπενδος, η Ιεράπολη, η Λαοδίκεια και δεκάδες ακόμη αρχαίες πόλεις εντάσσονται σε ένα «κίνημα εθνικοποίησης» και ότι η διαχείριση και η ερμηνεία τους θα πραγματοποιείται στο πλαίσιο μιας αντίληψης που ο ίδιος περιγράφει ως «τουρκοϊσλαμικό πολιτισμό», τότε δεν μιλάμε για μια απλή αρχαιολογική πρωτοβουλία. Μιλάμε για μια συνειδητή Πολιτική επιλογή.
Η Τουρκία επενδύει τεράστια ποσά σε ανασκαφές, αναστηλώσεις και ανάδειξη αρχαιολογικών χώρων. Δημιουργεί υποδομές, οργανώνει μόνιμες ανασκαφικές ομάδες, συνδέει τα μνημεία με τον τουρισμό και αντιμετωπίζει τον πολιτισμό ως εθνικό εργαλείο ανάπτυξης και προβολής.
Και οι σκέψεις και τα ερωτήματα συνεχίζουν μέσα μου.
Πώς είναι δυνατόν ένα κράτος που δημιουργήθηκε μόλις πριν από έναν αιώνα να επενδύει με τέτοια ένταση στην ανάδειξη του παρελθόντος που βρήκε στα εδάφη του, ενώ εμείς, που καυχόμαστε καθημερινά για την ιστορία μας, να δείχνουμε τόσο αμήχανοι απέναντί της;
Πώς γίνεται να βλέπουμε την Έφεσο, τη Λαοδίκεια, την Ιεράπολη, τα Μύρα και τόσους άλλους χώρους να μετατρέπονται σε διεθνή κέντρα πολιτιστικού τουρισμού και να μη νιώθουμε την ανάγκη να αναρωτηθούμε τι κάνουμε εμείς για τους δικούς μας χώρους;
Α! Και κάτι ακόμη…
Πώς γίνεται να παρακολουθούμε χωρίς καμία αντίδραση μια αφήγηση που παρουσιάζει συνεχόμενα αυτά τα μνημεία ως τμήμα μιας γενικής «πολιτιστικής κληρονομιάς της Ανατολίας», ενώ η Ελληνική τους ταυτότητα περνά σε δεύτερο πλάνο;
Η ιστορία φυσικά δεν αλλάζει. Η Έφεσος δεν παύει να είναι Ελληνική πόλη επειδή κάποιος επιλέγει να τη χαρακτηρίζει διαφορετικά. Η θεά Αθηνά δεν παύει να ανήκει στον Ελληνικό πολιτισμό επειδή έκαναν με διακριτικότητα την αναφορά στην προέλευσή της.
Όμως, οι απορίες συνεχίζουν να στροβιλίζονται στο μυαλό μου.
Πού είναι η Ελλάδα σε αυτή τη συζήτηση;
Πού είναι το Υπουργείο Πολιτισμού όταν εμφανίζονται τέτοιες περιπτώσεις αναλήθειας και παραπλάνησης;
Πού είναι η επίσημη και η τεκμηριωμένη ελληνική φωνή που θα υπενθυμίζει στη διεθνή κοινότητα την ιστορική ταυτότητα αυτών των μνημείων;
Πού είναι οι πρωτοβουλίες που θα αναδεικνύουν, όχι μόνο την ύπαρξη των μνημείων, αλλά και τον πολιτισμό που τα δημιούργησε;
Γιατί αφήνουμε πάντα άλλους να διαμορφώνουν την αφήγηση και εμείς γινόμαστε μέρος μιας τυχαίας παρατήρησης;
Η απογοήτευση χτυπάει κόκκινο. Γιατί δεν είναι η Τουρκία που με εξοργίζει. Η Τουρκία υπηρετεί τα δικά της συμφέροντα. Ίσως με την φαντασία που έχει, για τους δικούς της λόγους, να προσπαθεί κλέβοντας να αποκτήσει πολιτισμό.
Εκείνο που με εξοργίζει, είναι ότι εμείς δε δείχνουμε τον απαιτούμενο σεβασμό στη δική μας Ιστορία.
Δεν μπορώ να μη σκεφτώ τον Τύμβο Καστά στην Αμφίπολη!
Θυμάμαι τον ενθουσιασμό. Θυμάμαι τα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Θυμάμαι την αίσθηση ότι η Ελλάδα είχε στα χέρια της ένα εύρημα ικανό να τραβήξει το ενδιαφέρον ολόκληρου του κόσμου.
Και σήμερα;
Πόσα χρόνια έχουν περάσει;
Πόσες καθυστερήσεις έχουν μεσολαβήσει;
Πόσες φορές ακούσαμε υποσχέσεις ότι το έργο προχωρά;
Πόσες φορές είδαμε την υπόθεση να επιστρέφει στη σιωπή;
Και η Αμφίπολη δεν είναι η μόνη.
Πόσα σημαντικά ευρήματα βρίσκονται ακόμη σε αποθήκες και σε ποιες αποθήκες;
Πόσα περιμένουν χρηματοδότηση;
Πόσα παραμένουν άγνωστα στο ευρύ κοινό;
Πόσα μνημεία περιμένουν χρόνια για να αποκτήσουν τη θέση που τους αξίζει;
Και Δε μιλώ για συνωμοσίες. Μιλώ για πλήρη Αδράνεια.
Μιλώ για μια χώρα που συχνά συμπεριφέρεται σα να θεωρεί δεδομένο τον μεγαλύτερο πλούτο που διαθέτει και… απλά τον περιφρονεί.
Η ειρωνεία βέβαια εδώ, είναι τεράστια.
Σε ολόκληρο τον κόσμο, τα μεγαλύτερα μουσεία φιλοξενούν Ελληνικές Αρχαιότητες ως κορυφαία εκθέματά τους.
Εκατομμύρια άνθρωποι ταξιδεύουν για να θαυμάσουν δημιουργήματα του ελληνικού πολιτισμού.
Ολόκληρες οικονομίες πολιτισμού χτίζονται γύρω από αυτά.
Παράγοντας κύρος. Παράγοντας τουρισμό. Παράγοντας έσοδα.
Και πόσα από αυτά τα αντικείμενα έφυγαν από τον ελληνικό χώρο σε εποχές όπου η χώρα μας δεν μπορούσε να προστατεύσει την πολιτιστική της κληρονομιά;
Πόσες φορές έχουμε διαπιστώσει ότι άλλοι αναγνώρισαν την αξία αυτών των θησαυρών πριν από εμάς;
Και ρωτώ:
Έχουμε πραγματικά καταλάβει τι έχουμε στα χέρια μας;
Έχουμε καταλάβει ότι ο πολιτισμός δεν είναι απλώς ένα κεφάλαιο στα σχολικά βιβλία;
Γνωρίζουμε ότι αποτελεί ένα εργαλείο Οικονομικής Ανάπτυξης, με Διεθνή επιρροή και Εθνική αυτοπεποίθηση;
Υπάρχει περίπτωση η ιστορία μας να προστατεύεται από μόνη της;
Ή μήπως συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι όλα αυτά θα υπάρχουν για πάντα, ακόμη κι αν τα αφήσουμε στην τύχη τους;
Η μεγαλύτερη πληγή όμως όλων αυτών είναι ότι εμείς δείχνουμε να μην αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος του Πολιτισμού μας και αφήνουμε τους άλλους να τον εκμεταλλεύονται.
Γιατί την μάχη για την ιστορία δε τη δίνεις μόνο στα βιβλία. ΤΗ ΔΙΝΕΙΣ στα μουσεία, στις ανασκαφές, στις αναστηλώσεις, στα πανεπιστήμια, στις Διεθνείς εκθέσεις και στη Δημόσια Μνήμη.
Και όσο εμείς καθυστερούμε, άλλοι επενδύουν.
Όσο εμείς αδρανούμε, άλλοι χτίζουν αφηγήματα και αλλοιώνουν.
Όσο εμείς θεωρούμε την ιστορία δεδομένη, άλλοι τη μετατρέπουν σε εργαλείο ισχύος.
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα να μην είναι τι κάνουν οι άλλοι. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι εμείς έχουμε πάψει να αντιμετωπίζουμε τον Πολιτισμό μας ως Εθνική προτεραιότητα.
Και αν αυτό συνεχιστεί, φοβάμαι πως η μεγαλύτερη απώλεια δε θα είναι τα μνημεία.
Η μεγαλύτερη απώλεια θα είναι η συνείδηση του ποιοι είμαστε και τι ακριβώς έχουμε Κληρονομήσει.
Αν πραγματικά θέλαμε να προστατεύσουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά, τότε κάθε Ελληνική Πρεσβεία και κάθε Διπλωματική Αποστολή θα λειτουργούσε και ως Θεματοφύλακας της Ιστορικής Αλήθειας. Θα κατέγραφε, θα προέβαλε και θα Διεκδικούσε Διεθνώς την αναγνώριση της Ελληνικής προέλευσης των μνημείων, των έργων και των πολιτιστικών αγαθών που δημιούργησαν οι πρόγονοί μας. Γιατί η μεγαλύτερη απώλεια, δεν είναι όταν άλλοι αξιοποιούν την ιστορία μας. Η μεγαλύτερη απώλεια είναι όταν εμείς εγκαταλείπουμε το Δικαίωμα να την υπερασπιστούμε.
