Περί τα τέλη Δεκεμβρίου υπογράφηκε η τελική συμφωνία για ακόμα μια ιδιωτικοποίηση δημόσιας περιουσίας. Ο λιμένας του Ηρακλείου πουλήθηκε στον ιταλικό όμιλο “ΓΚΡΙΜΑΛΝΤΙ” έναντι περίπου 80.000.000 ευρώ. Ο όμιλος Γκριμάλντι έχει ήδη κερδίσει τον διαγωνισμό για το 67% του λιμανιού της Ηγουμενίτσας, το οποίο διεκδικούσαν και ο ΟΛΘ του Ιβάν Σαββίδη και η κοινοπραξία της ναυτιλιακής Αttica Group με την ΑΚΤΩΡ.

Ο όμιλος, με τον έλεγχο των δυο λιμανιών, αποκτά πλέον ισχυρό πλεονέκτημα στον έλεγχο των ακτοπλοϊκών γραμμών στην Κρήτη και φυσικά στη γραμμή της Αδριατικής, όπου έχει μερίδιο 50% στη μεταφορά επιβατών και πάνω από 35% στη μεταφορά φορτηγών.

Στο πλαίσιο του εντατικού ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου στα επιχειρηματικά συμφέροντα και με φόντο τον τεράστιο αριθμό νεκρών, που είχε ως συνέπεια η φερόμενη ως ανάπτυξη, μέσω της ιδιωτικοποίησης των σιδηροδρόμων, έγινε αυτή η πράξη και μάλιστα, έναντι του εξευτελιστικού τιμήματος των περίπου 80.000.000 ευρώ, όταν για την κατασκευή και την επέκταση του λιμανιού του Ηρακλείου έχουν δαπανηθεί από το δημόσιο, εκατοντάδες εκατομμύρια του ελληνικού λαού.

Το λιμάνι του Ηρακλείου είναι κερδοφόρος και πολύ μεγάλης σημασίας κόμβος καθημερινής μεταφοράς χιλιάδων τόνων εμπορευμάτων και επιβατών προς και από πολλές χώρες. Η πώληση του ολοκληρώνει την διαδικασία εκχώρησης του λιμανιού του Ηρακλείου που συνεχίστηκε και σε όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ακολουθεί αυτές, των λιμανιών του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, της Αλεξανδρούπολης, καθώς και των ελληνικών αεροδρομίων, που παραδίδουν πλήρως τον ζωτικής σημασίας τομέα των συγκοινωνιών στα ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα.

Ο συνειρμός των συνεπειών αυτής της ιδιωτικοποίησης με τα Τέμπη, γίνεται ακόμα πιο βαθύς με την υπενθύμιση των πολύνεκρων πυρκαγιών σε πλοία της Grimaldi ακόμα και στις ελληνικές θάλασσες, όπως στο Norman Atlantic το 2014 και στο Euroferry Olympia το 2022.

Η απόφαση της κυβέρνησης, που λήφθηκε με τη συναίνεση και της κυβερνητικής παράταξης που ηγείται στον Δήμο Ηρακλείου, αναγορεύει την Grimaldi σε υπέρτατο κύριο του παραλιακού μετώπου της περιοχής, καταργώντας την ελεύθερη πρόσβαση σε ζωτικούς χώρους δημόσιας χρήσης και αποκόπτοντας τους κατοίκους από κάθε οικονομική ή ελεύθερη δραστηριότητα σε αυτούς, αλλοιώνοντας καταστροφικά τον συνολικό χαρακτήρα των χρήσεων της πόλης, που παραδίδεται ως βορά στα συμφέροντα της ιταλικής εταιρίας. 

Η ιδιωτικοποίηση του λιμανιού και του παραλιακού μετώπου του Ηρακλείου δείχνει, όχι μόνο την καταστροφική ροπή των πολιτικών της κυβέρνησης προς όφελος των ιδιωτικών συμφερόντων, αλλά και την εγγενή αδυναμία όλων των κομμάτων να υλοποιήσουν πολιτικές προς όφελος της κοινωνίας.

Εκτός από τις κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις, τίθενται και σοβαρά θέματα εθνικής ασφάλειας. Ποιος εγγυάται ότι το λιμάνι δεν θα αποβεί επιζήμιο για τη χώρα σε ενδεχόμενο καιρό πολέμου και μάλιστα σε μια περίοδο όπου οι Τούρκοι γείτονές μας επιβουλεύονται τη Θράκη και ολόκληρο το ανατολικό Αιγαίο τουλάχιστον;

Ακόμα και αν δεχτούμε ότι όλη αυτή η εκποίηση της εθνικής περιουσίας είχε ως στόχο την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους, πάλι δεν μπορούμε να βρούμε καμία λογική στην απόφαση αυτή. 

Διότι- ας πάρουμε παράδειγμα τα λιμάνια – πώς γίνεται να χαρίζονται για ένα ‘’κομμάτι ψωμί’; Όλα τα λιμάνια αποτελούν φυσικά μονοπώλια, τα οποία αν ο κρατικός μηχανισμός τα αξιοποιήσει ορθά, τότε μιλάμε για τις πλέον κερδοφόρες επιχειρήσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση δε, το λιμάνι του Ηρακλείου μόνο για το 2022 απέφερε έσοδα 7,78 εκατομμυρίων και αυτά προήλθαν από υποτυπώδη και πρωτόγονη διαχείριση.
Επομένως, είναι αναγκαίο να στρέψουμε το βλέμμα μας προς την χρηστή διαχείριση της περιουσίας μας. Είναι υψίστης σημασίας, ο κάθε νευραλγικός τομέας να βρίσκεται υπό την ιδιοκτησία και τον έλεγχο του κράτους και τα κέρδη – υλικά και άυλα- να καταλήγουν στο ‘’δημόσιο ταμείο’’ προς όφελος όλων. Μόνο τότε θα υπάρχει πραγματική ανάπτυξη.

Σ.Α.