Πραγματικότητα ή οφθαλμαπάτη η πρόβλεψη του ΔΝΤ για ανάπτυξη 2% της ελληνικής οικονομίας;


Γράφει ο Δημήτρης Αλαμπάνος

Παρά τη δυσμενή διεθνή συγκυρία, το ΔΝΤ στο World Economic Outlook, προβλέπει ότι τα επόμενα δύο χρόνια η Ελλάδα θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με υψηλότερους ρυθμούς από το μέσο όρο της ευρωζώνης. 

Πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με τις προβλέψεις Οκτωβρίου 2023, η πρόβλεψη του ΔΝΤ παραμένει αμετάβλητη και μιλά για ανάπτυξη 2% το 2024 στην Ελλάδα (έκτη υψηλότερη στην ευρωζώνη). Παράλληλα, σύμφωνα πάντα με την ανακοίνωση του ΔΝΤ,  το 2025 η Ελλάδα προβλέπεται να καταγράψει υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης από τον μέσο όρο της ευρωζώνης (1,9% έναντι 1,5%).

Η ανακοίνωση αυτή του ΔΝΤ σχετικά με την πρόβλεψη για υψηλή ανάπτυξη στην Ελλάδα, εκ πρώτης όψεως φαίνεται να δίνει ευχάριστες πληροφορίες για την οικονομία της χώρας μας. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ανάλυση, αποκαλύπτει ότι πίσω από τις αυξημένες αναπτυξιακές προβλέψεις, κρύβεται μια πραγματικότητα που δεν είναι τόσο ενθαρρυντική, όσο φαίνεται επιφανειακά.

Η εμφανής ανάπτυξη του 2% που προβλέπεται για την Ελλάδα από το ΔΝΤ, σίγουρα δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική οικονομική κατάσταση της χώρας. Παρά την εμφάνιση της ανάπτυξης η οποία είναι ασφαλώς ευπρόσδεκτη, η πραγματική εικόνα αποκαλύπτει ότι η οικονομική αυτή ανάκαμψη είναι επιφανειακή και στηρίζεται σε ξύλινα πόδια.

Πιο συγκεκριμένα, η υποτιθέμενη ανάπτυξη βασίζεται κυρίως στο ξεπούλημα της Ιδιωτικής και Δημόσιας περιουσίας σε ξένα funds, καθώς και στο πρόγραμμα Golden Visa που προσελκύει ξένους «επενδυτές». Οι επενδυτές αυτοί, εκμεταλλευόμενοι τα πλεονεκτήματα του ανθελληνικού και απαράδεκτου αυτού μέτρου, αποκτούν τεράστια φιλέτα ελληνικής γης, αλλά και ακίνητα Ελλήνων πολιτών, που λόγω της κρίσης και των εσφαλμένων πολιτικών από τα κυβερνώντα κόμματα δεν μπόρεσαν να εξοφλήσουν.

Αυτά τα μέτρα, παρόλο που αυξάνουν το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), δεν οδηγούν σε πραγματική οικονομική ανάπτυξη που θα ωφελήσει τους Έλληνες πολίτες. Στην ουσία πρόκειται για μια επιφανειακή ανάπτυξη που δεν αντικατοπτρίζει την υγιή λειτουργία της πραγματικής οικονομίας.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που δημιουργεί τζίρο στην Αγορά και συμβάλει στην ανάπτυξη της χώρας από στατιστικής άποψης, είναι η επιδοματική πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση Μητσοτάκη τα τελευταία χρόνια. Market pass, fuel pass, επιδόματα διακοπών, επιδότηση μαθητών και εκπαιδευτικών για αγορά υπολογιστών και άλλα πολλά. Αυτή όμως η εξάρτηση των πολιτών από την επιδοματική πολιτική, όπως και η αύξηση των πωλήσεων ελληνικών ακινήτων σε ξένους επενδυτές, αν και συμβάλλουν στην βελτίωση του δείκτη ανάπτυξης, ουσιαστικά αποτελούν δίκοπο μαχαίρι για την ελληνική οικονομία.

Πρόκειται για το λεγόμενο “καταναλωτικό μοντέλο ανάπτυξης”. Αυτό το μοντέλο επικεντρώνεται στην αύξηση της κατανάλωσης ως κύρια κινητήρια δύναμη για την οικονομική ανάπτυξη, αντί να βασίζεται σε άλλες πτυχές όπως η επενδυτική δραστηριότητα ή η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Μπορεί να έχει προσωρινά οφέλη, αλλά συχνά οδηγεί σε μακροπρόθεσμες ανισορροπίες και ανεπάρκειες στην οικονομία. 

Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί το 1999, όταν όλες οι εφημερίδες και τα ΜΜΕ, εγχώρια και ξένα, μιλούσαν κολακευτικά για την επιτυχημένη οικονομική πολιτική της τότε κυβέρνησης. Και τότε η χώρα μας είχε τους μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης στην ΕΕ. Αυτή η είδηση μάλιστα ήταν που έδωσε μια τεράστια ώθηση στο χρηματιστήριο, το οποίο ανέβαινε με γρήγορους ρυθμούς και όλα φαίνονταν ιδανικά. Μέχρι που ήρθε το 2000, με το χρηματιστήριο να γίνεται κόλαφος για τα μέσα ελληνικά νοικοκυριά και να οδηγήσει με τη σειρά του στον αλόγιστο δανεισμό των Ελλήνων μέσω των πρωτοεμφανιζόμενων πιστωτικών καρτών και καταναλωτικών δανείων. Τα αποτελέσματα της τότε μεγάλης επιφανειακής ανάπτυξης τα είδαμε και τα βιώνουμε ακόμη και σήμερα.

Για να μη βιώσουμε λοιπόν αντίστοιχες και χειρότερες καταστάσεις στο μέλλον, θα πρέπει η ελληνική οικονομική πολιτική να αλλάξει ρότα. Τα πράγματα μάλιστα σήμερα είναι ακόμη χειρότερα, αν λάβουμε υπόψη μας τις συνέπειες της πολεμικής ατμόσφαιρας που επικρατεί στην ευρύτερη περιοχή και την άμεση ουσιαστικά εμπλοκή μας.

Η Ελλάδα λοιπόν σήμερα, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σημαντική πρόκληση στον τομέα της οικονομίας. Η εξάρτηση από την κατανάλωση και δη από  την επιδοτούμενη κατανάλωση, μόνο ανησυχίες πρέπει να προκαλεί για τη σταθερότητα και την υγιή ανάπτυξη της οικονομίας μας στο άμεσο μέλλον.

Οι πραγματικές λύσεις πρέπει να περιλαμβάνουν μια ουσιαστική και βιώσιμη προσέγγιση προς την οικονομική ανάπτυξη. Η αύξηση των εισοδημάτων των πολιτών, παράλληλα με την άμεση αποσυμπίεση της αγοράς από την ακρίβεια και τις πληθωριστικές τάσεις, πρέπει να είναι προτεραιότητα. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της δημιουργίας βιώσιμων θέσεων εργασίας, της ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους και μιας αποτελεσματικής φορολογικής πολιτικής που θα χαρακτηρίζεται από δικαιοσύνη και ισότητα.

Ακόμη, είναι αναγκαίο να σταματήσει το ξεπούλημα της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας. Αυτό προϋποθέτει μια πολιτική που θα προωθεί την αποτελεσματική διαχείριση και ανάπτυξη των δημόσιων πόρων, αντί να τους παραχωρεί σε ιδιώτες για βραχυπρόθεσμα οφέλη.

Τέλος, η επένδυση στην εγχώρια παραγωγή είναι ουσιώδης για τη δημιουργία μιας πραγματικής και βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης. Αυτό σημαίνει, όχι μόνον την ενίσχυση του εγχώριου τομέα παραγωγής, αλλά και την προώθηση της καινοτομίας, της έρευνας και της ανάπτυξης νέων τεχνολογιών, καθώς και την εκμετάλλευση όλων των καθαρών μορφών ενέργειας, που απλόχερα προσφέρει η ελληνική φύση.

Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να διασφαλίσουμε ότι οι αριθμοί και οι στατιστικές θα συμφωνούν με την πραγματική οικονομία και δε θα αποτελούν απλά μια προσωρινή, επιφανειακή και άκρως επικίνδυνη εικόνα.


Visited 34 times, 1 visit(s) today

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *