Γράφει η Ελένη Νιάρχου
Ο αριθμός των γυναικοκτονιών στη χώρα μας συνεχώς μεγαλώνει. Όμως, το πρόβλημα αυτής της τραγωδίας δεν περιορίζεται στους αριθμούς, αλλά στην ίδια την κοινωνία που τους δημιουργεί. Η βία στο περιβάλλον μέσα στο οποίο διαβιώνει μια γυναίκα, δεν εμφανίζεται ξαφνικά, αλλά καλλιεργείται ύπουλα μέσα από την απουσία παιδείας, φρόνησης και σωφροσύνης και αφορά ολόκληρη την κοινωνία μας. Όταν μια κοινωνία δε διδάσκει θεμελιώδεις αξίες, ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον σεβασμό, το μέτρο, την ευθύνη και την ίδια την ενσυνειδητότητά του και τότε, το κενό που δημιουργείται από αυτές τις ελλείψεις, γεμίζει με… βία που οδηγεί ακόμη και στον θάνατο.
Η σημερινή πραγματικότητα είναι το αποτέλεσμα μιας βαθύτερης αποσύνδεσης του ανθρώπου από την ίδια τη φυσιολογία του, η οποία τον καθιστά μια ολοκληρωμένη συνειδητότητα. Η πολιτική ευθύνη είναι μεγάλη, καθώς οι κυβερνώντες περιορίζονται στην τιμωρία μετά το έγκλημα, και όχι στην εγκαθίδρυση ενός πολιτειακού συστήματος που να διασφαλίζει μία υγιή κοινωνία η οποία θα αποτρέψει το έγκλημα πριν καν εκδηλωθεί.
Η γυναίκα σήμερα, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως μη – ισότιμη προσωπικότητα σε σχέση με τον άντρα, κάνοντας κάποιους να θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα κυριαρχίας πάνω της. Αυτή η νοοτροπία καλλιεργείται συνεχώς. Δεν ενισχύεται η αντιμετώπιση των 2 φύλων ως άνθρωποι, δηλαδή ίσοι, αλλά όχι ίδιοι, ώστε τα παιδιά, στην ηλικία της διαμόρφωσης του χαρακτήρα τους, να μάθουν το ορθό. Τη νοοτροπία αυτή ενισχύουν και τα δόγματα που μέσα από τις γραφές τους και τις διαδικασίες τους αναδεικνύουν έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, παρουσιάζοντας την γυναίκα ως αντικείμενο. Μια κοινωνία ενισχύει τη βία όταν αποτυγχάνει να διδάξει από νωρίς τον αμοιβαίο σεβασμό, την ισότητα και τα όρια στις ανθρώπινες σχέσεις.
Και φυσικά, όλο αυτό οφείλεται στην έλλειψη παιδείας.
Το σημερινό μοτίβο εκπαίδευσης, παράγει ανθρώπους εκπαιδευμένους να μπορούν να λειτουργούν μέσα σε ένα συγκεκριμένο καθεστωτικό σύστημα, και όχι πραγματικά καλλιεργημένους ανθρώπους με προσωπικότητα. Οι νέοι μεγαλώνουν χωρίς να διδάσκονται τι σημαίνει αυτογνωσία, αυτοσυγκράτηση, υπευθυνότητα και σεβασμός προς τον συνάνθρωπό τους και το περιβάλλον τους. Δε μαθαίνουν να διαχειρίζονται το θυμό, την απόρριψη, την απώλεια ελέγχου ή τη συναισθηματική φόρτιση. Όλοι οι πολίτες, και ειδικότερα οι νέοι, βιώνουν καθημερινά την ανασφάλεια σε όλους τους τομείς, μη γνωρίζοντας το πώς να λειτουργούν συλλογικά, μαζί με τους υπόλοιπους ανθρώπους της πολιτείας.
Έτσι δίνεται χώρος στην επιθετικότητα, την κυριαρχία και τη βία.
Ο άνθρωπος, ψάχνει να βρει διέξοδο σε ό,τι νιώθει και αισθάνεται μέσα του που είναι πέραν της φυσιολογίας του και προσπαθεί να το αποβάλλει. Και όταν δεν έχει εκπαιδευτεί να διαχειρίζεται τα έντονα συναισθήματά του και το μόνο που βιώνει μέσα στην κοινωνία είναι το άδικο, τότε οδηγείται στη βία. Μέσα σε αυτό το βίαιο περιβάλλον, η γυναίκα, που εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο πάνω στο οποίο κάποιοι μπορούν να ασκήσουν έλεγχο και κυριαρχία, βιώνει την μεγαλύτερη κακοποίηση μέχρι και τον θάνατο.
Μέσα σε αυτή τη βαθιά κοινωνική κρίση, έρχεται η πολιτική ευθύνη.
Οι κυβερνώντες περιορίζονται σε δηλώσεις καταδίκης και αυστηροποίησης ποινών κάθε φορά που μια ακόμη γυναίκα χάνει τη ζωή της. Οι νόμοι είναι αναγκαίοι, όμως από μόνοι τους δεν αρκούν για να συγκρατήσουν μια κοινωνία που έχει διαβρωθεί ηθικά και αξιακά. Η πραγματική ευθύνη της πολιτείας είναι να διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαπαιδαγωγείται ο άνθρωπος, επενδύοντας στην συνείδηση, τον σεβασμό, τον αυτοέλεγχο και το αίσθημα ευθύνης απέναντι στη ζωή και στον συνάνθρωπο. Αντί όμως να οικοδομείται ένα εκπαιδευτικό και κοινωνικό σύστημα που να θυμίζει στους ανθρώπους ποιοι πραγματικά είναι, ο πολιτικός κόσμος εστιάζει στη διαχείριση της εικόνας του και τα επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Η αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών, δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε νόμους και ποινές, αλλά απαιτεί την καλλιέργεια βαθύτερων αρχών που διαμορφώνουν τον ίδιο τον άνθρωπο και τη στάση του απέναντι στον συνάνθρωπο με αρχές όπως: η φρόνηση και η σωφροσύνη. Δύο αξίες που πραγματικά μπορούν να σταματήσουν τα φαινόμενα της βίας προς οποιονδήποτε άνθρωπο, φυσικά και των γυναικών, αν συμπεριληφθούν στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Η φρόνηση, ως η ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει το ορθό από το εσφαλμένο, λειτουργεί ως εσωτερικός μηχανισμός που καθοδηγεί τη σκέψη και την πράξη με λογική, ωριμότητα και συνείδηση ευθύνης. Μέσα από αυτήν, ο άνθρωπος παύει να λειτουργεί παρορμητικά ή κτητικά και αποκτά επίγνωση της αξίας και της ελευθερίας του άλλου ανθρώπου, ειδικά της θήλης ανθρώπου.
Παράλληλα, η σωφροσύνη, ως η δύναμη ελέγχου των συναισθημάτων, των επιθυμιών και των παρορμήσεων, επιτρέπει στον άνθρωπο να συγκρατεί τον θυμό, τη ζήλια, την ανάγκη επιβολής και κάθε μορφή επιθετικότητας που μπορεί να τον οδηγήσει στη βία. Όταν ο άνθρωπος, μέσω της λογικής, γίνεται κύριος του εαυτού του, τότε δεν αναζητά την κυριαρχία πάνω στη γυναίκα, ούτε μετατρέπει την απόρριψη ή τη συναισθηματική ματαίωση σε πράξη βίας.
Μια κοινωνία που θα καλλιεργούσε ουσιαστικά τη φρόνηση και τη σωφροσύνη μέσα από την παιδεία και την κοινωνική διαπαιδαγώγηση, θα οικοδομούσε ανθρώπους με μέτρο, αυτοσυγκράτηση και σεβασμό προς την ανθρώπινη ζωή, περιορίζοντας έτσι τις ίδιες τις ρίζες που γεννούν τη βία.
Όσο η πολιτεία αποτυγχάνει να θωρακίσει την κοινωνία σε επίπεδο αξιών και ουσιαστικής παιδείας, τόσο η βία θα συνεχίζει να γεννιέται μέσα στις ίδιες τις δομές της.
