Καταγγελίες για κύκλωμα πλαστών τίτλων σπουδών και πιστοποιήσεων στο ΑΣΕΠ


Γράφει ο Δημήτρης Αλαμπάνος

Μηνυτήρια αναφορά που κατέθεσε η ΟΙΕΛΕ στην Εισαγγελία Αθηνών, φέρνει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που, εφόσον οι καταγγελίες επιβεβαιωθούν, αγγίζει τον πυρήνα της λειτουργίας του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται, πρόκειται για ένα εκτεταμένο κύκλωμα παράνομων ή αμφισβητούμενων τίτλων σπουδών και πιστοποιήσεων, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για μοριοδότηση στον ΑΣΕΠ, για προσλήψεις, μισθολογική αναγνώριση και διοικητική εξέλιξη.

Οι καταγγελίες περιγράφουν πρακτικές όπως: η συγγραφή μεταπτυχιακών και διδακτορικών εργασιών από ιδιωτικές εταιρείες, η απόκτηση τίτλων σπουδών από ιδρύματα του εξωτερικού, μέσω διαδικασιών που θέτουν ερωτήματα νομιμότητας ή ακαδημαϊκής εγκυρότητας, καθώς και η χορήγηση πιστοποιήσεων ξένων γλωσσών και πληροφορικής σε χρονικά διαστήματα που προκαλούν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία τους.

Για ακόμη μία φορά, αποκαλύπτεται η βαθιά διαφθορά και η θεσμική αποσύνθεση που χαρακτηρίζει τον τρόπο λειτουργίας του κράτους, της δημόσιας διοίκησης και του ίδιου του συστήματος αξιοκρατίας στη χώρα μας. Τίτλοι σπουδών, ξένες γλώσσες, πιστοποιήσεις πληροφορικής και ακαδημαϊκά προσόντα, τα οποία θα έπρεπε να αποτελούν απόδειξη γνώσης, προσπάθειας και προσωπικής εξέλιξης, μετατρέπονται σταδιακά σε προϊόντα αγοραπωλησίας.

Μαζί τους καταρρέει και η έννοια της ισονομίας. Όταν η πρόσβαση σε επαγγελματικές ευκαιρίες και θέσεις ευθύνης δεν καθορίζεται από την πραγματική γνώση, αλλά από την οικονομική δυνατότητα απόκτησης προσόντων αμφίβολης αξίας, τότε η εμπιστοσύνη του πολίτη προς τους θεσμούς και τους εκπροσώπους του υπονομεύεται. Ο κόπος, η πραγματική προσπάθεια, η μελέτη και η γνώση φαίνεται να χάνουν την αξία τους μπροστά σε ένα σύστημα που επιτρέπει σε ορισμένους να παρακάμπτουν κανόνες και διαδικασίες.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η μηνυτήρια αναφορά δεν περιγράφει ένα περιστασιακό φαινόμενο, ούτε μεμονωμένες περιπτώσεις παρατυπιών. Αντιθέτως, αποτυπώνει την εικόνα ενός μηχανισμού, που σύμφωνα με τις καταγγελίες, λειτουργεί, εδώ και χρόνια, σχεδόν ανεμπόδιστα. Ενός μηχανισμού στον οποίο ιδιωτικές εταιρείες φέρονται να συγγράφουν μεταπτυχιακές και διδακτορικές εργασίες, τίτλοι του εξωτερικού αποκτώνται μέσω αμφισβητούμενων διαδικασιών και πιστοποιήσεις χορηγούνται με ταχύτητες που γεννούν σοβαρά ερωτήματα αξιοπιστίας.

Το βαθύτερο πρόβλημα όμως, δεν αποκαλύπτεται μόνο από το περιεχόμενο των καταγγελιών. Αποκαλύπτεται και από την εικόνα θεσμικής αδράνειας που περιγράφεται. Επιστολές προς την πολιτική ηγεσία, δημόσιες παρεμβάσεις, ερωτήσεις στη Βουλή, δημοσιεύματα στον Τύπο και συναντήσεις με αρμόδιους φορείς, φαίνεται να μην οδήγησαν σύμφωνα με την ΟΙΕΛΕ σε κάποια ουσιαστική θεσμική αντίδραση.

Έτσι, διαμορφώνεται η εικόνα ενός κράτους που λειτουργεί χωρίς εποπτεία, χωρίς διαρκή εσωτερικό έλεγχο, χωρίς πραγματική χαρτογράφηση των μηχανισμών λήψης αποφάσεων και χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση των ίδιων των διαδικασιών του. Ένα κράτος στο οποίο κρίσιμοι τομείς της δημόσιας λειτουργίας παραμένουν ευάλωτοι σε φαινόμενα αδιαφάνειας και χειραγώγησης.

Ο χώρος των πτυχίων, των ακαδημαϊκών τίτλων και των πιστοποιήσεων φαίνεται να είναι γεμάτος θεσμικά κενά. Κενά που επιτρέπουν την παρείσφρηση κυκλωμάτων, μεσαζόντων και κάθε είδους παρα – αγορών που αναπτύσσονται στο σκοτάδι, εκμεταλλευόμενες την απουσία αποτελεσματικού ελέγχου. Όπου υπάρχει έλλειμμα εποπτείας, λογικό είναι να αναπτύσσονται μηχανισμοί που λειτουργούν παράλληλα με το επίσημο κράτος, εξυπηρετώντας ιδιωτικά συμφέροντα εις βάρος του δημόσιου συμφέροντος.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η συζήτηση δεν πρέπει να περιοριστεί αποκλειστικά στη διερεύνηση των συγκεκριμένων καταγγελιών. Οφείλει να επεκταθεί στη δημιουργία μόνιμων μηχανισμών ελέγχου και λογοδοσίας που θα μπορούν να εντοπίζουν έγκαιρα παρόμοια φαινόμενα, πριν αυτά αποκτήσουν συστηματικές διαστάσεις. Η ύπαρξη μιας ειδικής και ανεξάρτητης επιτροπής ελέγχου για το σύνολο των κρατικών φορέων, αποτελεί μια πρόταση που αξίζει σοβαρής εξέτασης.

Μια τέτοια επιτροπή, δε θα είχε ως αποστολή απλώς τον εντοπισμό παρατυπιών μετά την εκδήλωσή τους. Ο ρόλος της θα έπρεπε να είναι πρωτίστως προληπτικός και οργανωτικός, με στόχο τη δημιουργία μιας πλήρους και διαρκώς επικαιροποιημένης εικόνας για τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού. Η αποστολή της θα είναι να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι διοικητικοί μηχανισμοί, τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις, πώς αυτές εκτελούνται στην πράξη και με ποιον τρόπο εποπτεύεται η εφαρμογή τους.

Η ανάγκη για έναν τέτοιο μηχανισμό, προκύπτει από το γεγονός ότι συχνά η δημόσια διοίκηση λειτουργεί μέσα από ιδιαίτερα πολύπλοκες διαδικασίες, με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολος τόσο ο αποτελεσματικός έλεγχος όσο και η απόδοση ευθυνών όταν διαπιστώνονται προβλήματα ή δυσλειτουργίες.

Η επιτροπή αυτή θα μπορούσε να προχωρήσει σε συστηματική χαρτογράφηση όλων των διοικητικών διαδικασιών, καταγράφοντας με σαφήνεια ποιοι λαμβάνουν τις αποφάσεις, ποιοι εισηγούνται, ποιοι εγκρίνουν, ποιοι εκτελούν και ποιοι ελέγχουν κάθε στάδιο της διοικητικής λειτουργίας. Αντίστοιχα, θα εξετάζονται οι διαδικασίες που αφορούν συμβάσεις, δημόσιους διαγωνισμούς, προμήθειες, αναθέσεις έργων, οικονομικές υποχρεώσεις και κάθε άλλη διοικητική πράξη που επηρεάζει τη λειτουργία του κράτους και τη διαχείριση δημόσιων πόρων.

Μέσα από μια τέτοια διαδικασία θα δημιουργηθεί μια καθαρή και ολοκληρωμένη εικόνα για όλα τα ζητήματα της δημόσιας διοίκησης, αλλά και για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις αποφάσεις και τις ενέργειες κάθε φορέα. Η ύπαρξη αυτής της εικόνας, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ουσιαστική διαφάνεια, καθώς δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικός έλεγχος σε ένα σύστημα του οποίου η λειτουργία παραμένει αποσπασματικά καταγεγραμμένη ή ασαφής.

Παράλληλα, η καταγραφή και αξιολόγηση των διοικητικών διαδικασιών θα επιτρέψει την ανάδειξη σημείων όπου παρατηρούνται καθυστερήσεις, περιττές γραφειοκρατικές επιβαρύνσεις και ελλείψεις ελέγχου. Με τον τρόπο αυτό, θα μπορούν να προτείνονται συγκεκριμένες παρεμβάσεις που θα ενισχύουν την αποτελεσματικότητα της διοίκησης και θα περιορίζουν τις δυνατότητες ανάπτυξης φαινομένων διαφθοράς και αδιαφάνειας.

Εάν υπήρχε ένας τέτοιος μηχανισμός διαρκούς ελέγχου, χαρτογράφησης και εποπτείας της δημόσιας διοίκησης, υποθέσεις όπως αυτή που καταγγέλλει η ΟΙΕΛΕ, θα ήταν πολύ δύσκολο να αναπτυχθούν και να παραμείνουν αθέατες για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Η συστηματική παρακολούθηση των διαδικασιών, η διασταύρωση στοιχείων και η συνεχής αξιολόγηση των μηχανισμών πιστοποίησης και μοριοδότησης, θα μπορούσαν να εντοπίζουν έγκαιρα παθογένειες, κενά και ύποπτες πρακτικές. Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει ότι η θωράκιση της αξιοκρατίας, δεν εξαρτάται μόνο από την τιμωρία των υπευθύνων, αλλά κυρίως από τη δημιουργία ενός κράτους με ισχυρούς μηχανισμούς πρόληψης, ελέγχου και λογοδοσίας, ικανού να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον και την ισονομία των πολιτών.


Visited 1 times, 1 visit(s) today

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *