Γράφει η Ελένη Νιάρχου
Το πρόσφατο περιστατικό ηλεκτροπληξίας εργαζόμενης στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δεν ήταν μια «κακιά στιγμή». Ήταν το αποτέλεσμα δεκαετιών αδιαφορίας και κρατικής ανεπάρκειας. Αν θέλει κανείς να δει την κατάντια ενός κράτους, δε χρειάζεται να ψάξει σε θεωρίες και πολιτικές αναλύσεις. Αρκεί να περάσει την πόρτα του Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης. Εκεί η «Δικαιοσύνη» συστεγάζεται με την εγκατάλειψη, την επικινδυνότητα και τη διοικητική ντροπή.
Γυμνά καλώδια, διαλυμένες υποδομές, στοίβες δικογραφιών σε διαδρόμους και εργαζόμενοι που καθημερινά παίζουν την ασφάλειά τους κορώνα – γράμματα. Αυτό το σκηνικό του παρατημένου δημόσιου κτιρίου, δε θυμίζει καθόλου κτίριο ενός ευρωπαϊκού κράτους εν έτη 2026. Κι όμως, αυτή είναι η έδρα του θεσμικού πυλώνα του Ελληνικού κράτους που λέγεται Δικαστικό Σώμα. Και φυσικά, αυτή η κατάσταση δεν περιορίζεται στο γεωγραφικό διαμέρισμα της Θεσσαλονίκης, αλλά τη συναντάμε σε όλα τα κτίρια που φιλοξενούν δικαστικές υπηρεσίες.
Οι συνθήκες που επικρατούν μέσα στα δικαστικά κτίρια δεν επηρεάζουν μόνο την ασφάλεια των εργαζομένων, αλλά και την ίδια την ποιότητα απονομής της Δικαιοσύνης. Είναι αδύνατον δικαστικοί υπάλληλοι να εργάζονται με συγκέντρωση, ακρίβεια και ψυχραιμία όταν καθημερινά βρίσκονται αντιμέτωποι με εικόνες εγκατάλειψης, με κινδύνους και με ένα διαρκές αίσθημα ανασφάλειας. Η πίεση, η κόπωση και η ψυχολογική φθορά που προκαλεί ένα τέτοιο περιβάλλον, μπορούν να οδηγήσουν σε λάθη, καθυστερήσεις και δυσλειτουργίες, μέσα σε έναν χώρο όπου κάθε λεπτομέρεια μπορεί να επηρεάσει ανθρώπινες ζωές και δικαστικές υποθέσεις. Με αυτές τις συνθήκες, δεν μπορείς να κάνεις ορθή διαχείριση του δικαίου, αλλά μόνο να παράξεις άδικο.
Ταυτόχρονα, και οι ίδιοι οι πολίτες που περνούν καθημερινά την πόρτα των δικαστηρίων, ήδη φορτισμένοι από το άγχος, την αγωνία και τη σοβαρότητα των υποθέσεών τους, έρχονται αντιμέτωποι με μια εικόνα χάους και παρακμής που όχι μόνο δεν εμπνέει εμπιστοσύνη προς τη Δικαιοσύνη, αλλά τους κάνει να ανησυχούν ακόμη και για τη σωματική τους ασφάλεια, μέσα σε ένα δημόσιο κτίριο που θα έπρεπε να αποτελεί σύμβολο διοικητικής και θεσμικής ακεραιότητας.
Οι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν προβεί σε κινητοποιήσεις για τις άθλιες και επικίνδυνες συνθήκες εργασίας. Οι κινητοποιήσεις αυτές δεν αποτελούν μια ξαφνική αντίδραση λόγω του πρόσφατου περιστατικού ηλεκτροπληξίας. Είναι η συνέχεια μιας μακράς και επίμονης προσπάθειας ανθρώπων που, εδώ και χρόνια, φωνάζουν πως εργάζονται μέσα σε κτίρια παρατημένα, χωρίς συντήρηση και χωρίς στοιχειώδη μέτρα ασφάλειας. Όμως, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα σε αυτή τη χώρα, οι προειδοποιήσεις αντιμετωπίστηκαν με αδιαφορία, μέχρι που συνέβη το αναπόφευκτο.
Η εικόνα θυμίζει ανατριχιαστικά τις επιστολές και τις καταγγελίες των εργαζομένων στους σιδηροδρόμους πριν από το ατύχημα στα Τέμπη. Και τότε υπήρχαν άνθρωποι που προειδοποιούσαν, που μιλούσαν για ανύπαρκτη ασφάλεια, για απηρχαιωμένα συστήματα και για κινδύνους που κάποια στιγμή θα κόστιζαν ανθρώπινες ζωές. Και τότε το κράτος αδιαφόρησε. Μέχρι που η αδιαφορία μετατράπηκε σε εθνική τραγωδία. Το πιο εξοργιστικό, όμως, είναι πως ακόμη και μετά την τραγωδία στα Τέμπη, ακόμη και μετά την κοινωνική κατακραυγή και τα τόσα συλλαλητήρια, οι αλλαγές που θα έπρεπε να είχαν γίνει για την ασφάλεια εργαζομένων και επιβατών είναι ανύπαρκτες.
Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο χαρακτηριστικό των ελληνικών κυβερνήσεων: πλήρης αδιαφορία, την οποία μας δείχνουν κατάμουτρα. Εργαζόμενοι και πολίτες φωνάζουν, καταγγέλλουν, προειδοποιούν, κινητοποιούνται, αλλά απέναντί τους βρίσκουν έναν τοίχο. Και κάπως έτσι, οι κινητοποιήσεις καταλήγουν να μοιάζουν μάταιες. Όχι επειδή δεν έχουν δίκιο όσοι διαμαρτύρονται, αλλά επειδή απευθύνονται σε ένα καθεστώς που αντιμετωπίζει την ασφάλεια των πολιτών και των εργαζομένων ως βάρος και όχι ως υποχρέωση.
Όλο το πολιτικό καθεστώς, έχοντας εξασφαλίσει μια πολιτική θέση στο δημόσιο, της οποίας τον μισθό χρηματοδοτούμε όλοι μας, άσχετα με το αν θα είναι σε θέση εξουσίας ή αντιπολίτευσης, αδιαφορεί για το τι θα συμβεί αν δεν εκτελέσει αυτό που πρέπει, γιατί γνωρίζει ότι δε θα έχει νομικές συνέπειες, αλλά ούτε και πολιτικό κόστος. Έχει στήσει πολύ καλά όλους τους μηχανισμούς της, όπως μέσα μαζικής «ενημέρωσης» που προπαγανδίζουν, κρατικούς φορείς με σχέσεις οικογένειας ή κουμπαριάς και εκλογές με αδιαφάνεια, ώστε να είναι σίγουρο για τη σταθερότητά του.
Ο μόνος αστάθμητος παράγοντας σε όλο αυτό, είμαστε εμείς οι Έλληνες πολίτες. Αν αποφασίσουμε να απαιτήσουμε τα δίκαιά μας με νόμιμο τρόπο, ενωμένοι σε μία νομική εκπροσώπηση του έθνους των Ελλήνων, μόνο τότε θα μπορέσουμε να «ακουστούμε». Αλλιώς, θα ζούμε συνεχώς τις ίδιες καταστάσεις σε όλα τα πεδία και επίπεδα της Ελληνικής επικράτειας και σε όλους τους διοικητικούς τομείς.
Άλλωστε, το βλέπουμε ότι όποια κυβέρνηση αναλαμβάνει τα ηνία της χώρας, η οποία οφείλει να κάνει εξονυχιστικό έλεγχο σε ό,τι παραλαμβάνει, ειδικά όταν αφορά νευραλγικούς τομείς, όπως το δικαστικό σώμα, δεν το κάνει. Ίσα – ίσα που συνεχίζει το άθλιο έργο των προηγούμενων, καταστώντας τη χώρα… τριτοκοσμική. Κάθε κυβέρνηση που αντιλαμβάνεται ότι είναι ο εκπρόσωπος των Ελλήνων πολιτών και πρέπει να λειτουργεί προς όφελός του, πρέπει να ελέγχει, να αναγνωρίζει, να καταγράφει και να διορθώνει οτιδήποτε διοικητικό μπορεί να λειτουργεί ως να είναι απέναντί του.
Ο μοναδικός φορέας που έχει αναφέρει στις προγραμματικές του δηλώσεις ότι θα προβεί σε έλεγχο όλων των διοικητικών θέσεων για την απόδοση ευθυνών όσον αφορά τέτοιες καταστάσεις, είναι ο πολιτικός φορέας «Ελλήνων Συνέλευσις» που λειτουργεί ως πραγματικό αντίβαρο σε σχέση με όλα τα κόμματα άνευ ουσίας που ξεπροβάλλουν τελευταία. Το μοναδικό τους «προσόν», είναι η μεγάλη προβολή από το καθεστώς, το οποίο συνεχίζει να φροντίζει τα δικά του παιδιά για να λειτουργούν ως βαλβίδα εκτόνωσης αυτού του τόσο εξαθλιωμένου Έλληνα.
Έχουμε λοιπόν την νομική μας εκπροσώπηση ως Έλληνες πολίτες.
Τι περιμένουμε;
