Γράφει ο Άρης Μέττος

Αμέτρητες παρεμβάσεις και αναλύσεις έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια για την ανάγκη ενίσχυσης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, όπως αυτή του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Μιχάλη Κατρίνη στην 23η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του ΝΑΤΟ, θέτοντας παράλληλα και το ζήτημα της διαρκούς απειλής της ελληνικής κυριαρχίας από την Τουρκία. Μπορεί, δηλώσεις σαν και αυτές, να κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση, αλλά όταν γίνονται από στελέχη κομμάτων που έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στην αποβιομηχανοποίηση της  χώρας αποκτούν χαρακτήρα εντυπωσιασμού και “αντιπολιτευτικής” τακτικής. Δυστυχώς, όλες οι κυβερνήσεις μέχρι σήμερα, ακολούθησαν την ίδια συνταγή απαξίωσης της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, ξοδεύοντας τεράστια ποσά για εξοπλισμούς από το εξωτερικό.

 Η εξωτερική πολιτική και η γεωπολιτική στρατηγική κάθε χώρας επηρεάζεται άμεσα από την ύπαρξη ισχυρών ενόπλων δυνάμεων. Στην περίπτωση της χώρας μας, η γεωγραφική της θέση αποτέλεσε στο παρελθόν, όπως και σήμερα, πεδίο έντονων ιστορικών εξελίξεων με παγκόσμια απήχηση και επιρροή. Επιπλέον, ο σημαντικός ρόλος της Ελλάδος ως πυλώνας σταθερότητας και ειρήνης στον χώρο της Βαλκανικής και Νοτιοανατολικής Μεσογείου, δημιουργεί αυξημένες ανάγκες για ισχυρή αμυντική πολιτική, συνεχή και αποτελεσματική επιτήρηση των συνόρων της και έντονη διπλωματική παρουσία σε διεθνές επίπεδο. 

Η προσπάθεια ανάπτυξης κρατικών αμυντικών βιομηχανιών ξεκίνησε την δεκαετία του ’70 με την ίδρυση εταιρειών όπως η ΕΒΟ, ΕΛΒΟ, ΕΑΒ που ήρθαν να προστεθούν στην ήδη υπάρχουσα ΠΥΡΚΑΛ. Οι συγκεκριμένες εταιρείες ανέπτυξαν κάποια οπλικά συστήματα ( ΑΡΤΕΜΙΣ 30, ΤΟΜΠ ΛΕΩΝΙΔΑΣ / ΛΕΩΝΙΔΑΣ S30, UFASC II (Ultra Fast Craft), RPV ΠΗΓΑΣΟΣ, RPV TELAMON, ARIS IV..) με ενθαρρυντικά αποτελέσματα, χωρίς όμως αυτά να αποτελέσουν την απαρχή δημιουργίας μιας κραταιής αμυντικής βιομηχανίας, ικανής να αναπτύξει κρίσιμα οπλικά συστήματα με σκοπό την απεξάρτηση της χώρας από αγορές του εξωτερικού, σε ικανά οπλικά συστήματα, που θα ενίσχυαν αποτελεσματικά την μαχητική ισχύ των ενόπλων δυνάμεων.

 Στην αδιαφορία της στρατιωτικής ηγεσίας και στην έλλειψη εμπιστοσύνης στα παραγόμενα προϊόντα των κρατικών αμυντικών βιομηχανιών, προστέθηκε η εργαλειοποίηση τους από την πολιτική ηγεσία και η χρήση τους ως χώρων διορισμού ‘’ψηφοφόρων’’. Έτσι, χωρίς την ύπαρξη  στρατηγικού σχεδιασμού με εξαγωγικό χαρακτήρα, πολυεπίπεδης έρευνας και καινοτόμων προτάσεων, οι όποιες επενδύσεις έγιναν, σε υλικοτεχνικό και κτιριακό επίπεδο, σταδιακά απαξιώθηκαν.

 Η σύμμαχος στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και γείτονα Τουρκία ξεκίνησε την προσπάθεια ανάπτυξης εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, αρκετά χρόνια αργότερα (Υφυπουργείο Αμυντικών Βιομηχανιών Savunma Sanayii Müsteşarlığı: ίδρυση 1989), αλλά με σταθερό γνώμονα την ανάπτυξη νέων προϊόντων, την νομοθέτηση εξεύρεσης πόρων για την άμυνα και την ύπαρξη τεχνοκρατικών διοικήσεων στις σχετικές υπηρεσίες και οργανισμούς, που πλαισίωσαν την όλη προσπάθεια με στρατηγικό όραμα την μετατροπή της χώρας σε μια αυτάρκης αμυντική οικονομία με θετικό εξαγωγικό πρόσημο. Η προσπάθεια αυτή, αν και εκεί σημαδεύτηκε από διαφθορά και σκάνδαλα ως ένα βαθμό, απέδωσε σοβαρά αποτελέσματα. Συγκεκριμένα ο κύκλος εργασιών της αμυντικής βιομηχανίας της Τουρκίας αυξήθηκε από 1 δις δολάρια το 2002 σε 11 δις. δολάρια το 2020, ενώ πλέον το 70% με 80% των αναγκών του Τουρκικού Στρατού καλύπτεται από εγχώριους προμηθευτές.

Δυστυχώς, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο σήμερα για την Ελληνική πραγματικότητα στον αμυντικό βιομηχανικό τομέα. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι το δημοσιονομικό περιβάλλον των τελευταίων 13 ετών, επηρέασε άμεσα την αμυντική πραγματικότητα στη χώρα μας, σε μεγάλο βαθμό. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις, τα ενεργειακά αποθέματα στην περιοχή της Μεσογείου και ο αυξημένος ρόλος της Ελλάδος στον Ευρωπαϊκό χώρο, ως το νοτιότερο σύνορο της, σε μια άρδην μεταβαλλόμενη γεωστρατηγική σκακιέρα, ενισχύει την ανάγκη για μια ενιαία εθνική στρατηγική, χωρίς κομματικούς μανδύες και πολύπλοκους μηχανισμούς. Η χρήση Ευρωπαϊκών πόρων μέσα από διάφορα προγράμματα συμπαραγωγής νέων οπλικών συστημάτων και η δυνατότητα απόκτησης υψηλής τεχνολογίας με την άμεση συμμετοχή της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και την κρατική στήριξη σε οικονομικό και ερευνητικό επίπεδο, σίγουρα οδηγούν στην αλλαγή της σημερινής αρνητικής κατάστασης.

Ο σύνδεσμος Ελλήνων κατασκευαστών αμυντικού υλικού  ΣΕΚΠΥ, με 202 εταιρείες σήμερα και 15000 εργαζόμενους, μερικές από τις οποίες έχουν έντονη εξαγωγική δραστηριότητα (THEON SENSORS, MILTECH, PRISMA, SCYTALIS, IDE INTRACOM ..) σε συνδυασμό με την επανενεργοποίηση των σημαντικών ναυπηγείων της χώρας μας, (ΝΕΩΡΙΟ, ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑΣ, ΕΛΕΥΣΙΝΑ), πολλά μπορεί να συνεισφέρουν στην αναβίωση και στην δυναμική επέκταση της πολύπαθης αμυντικής βιομηχανίας. Η διασύνδεση κρατικών και ιδιωτικών φορέων (εταιρείες, πανεπιστήμια, δημόσιοι οργανισμοί και υπουργεία) με στόχο την ανάπτυξη νέων καινοτόμων οπλικών συστημάτων, την αναβάθμιση των ήδη υπαρχόντων και την εκμετάλλευση όλων των σχετικών κρατικών και Ευρωπαϊκών πόρων αποτελούν το κλειδί για μια πετυχημένη μετάλλαξη του συγκεκριμένου κλάδου, που μπορεί να αποδώσει τεράστια οικονομικά οφέλη για την Ελληνική κυβέρνηση, καθιστώντας την χώρα μας δύναμη σταθερότητας και αποτροπής, με αυξημένα γεωπολιτικά και διπλωματικά οφέλη.

Οι τεχνολογικές εξελίξεις μεταμορφώνουν ραγδαία το πεδίο της μάχης. Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, των drones και των anti drones, τα σύγχρονα πυραυλικά πυρομαχικά μακράς εμβέλειας, τα πολύ ισχυρά συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και παρεμβολών, τα περιφερόμενα πυρομαχικά είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία, που συνθέτουν ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο  περιβάλλον στις στρατιωτικές επιχειρήσεις και όχι μόνο. Οι ανάγκες και τα αμυντικά δόγματα αλλάζουν και μια χώρα δίχως ισχυρή αμυντική βιομηχανία, δύσκολα θα μπορεί στο μέλλον να υπάρξει συμμέτοχος και πόσο μάλλον, πρωταγωνιστής των γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών ανακατατάξεων, σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο.

 Τα λάθη και οι αστοχίες του παρελθόντος πρέπει να μας προβληματίσουν έντονα. Τα πολιτικά παίγνια, οι εσκεμμένες καταστροφικές επιλογές προς ικανοποίηση οικονομικών συμφερόντων συμμαχικών χωρών και των εγχώριων συνεργατών τους και η έλλειψη κοινής αμυντικής στρατηγικής από όλες τις κυβερνήσεις, υπήρξαν καταστροφικές για την χώρα μας. Καμία πολιτική παράταξη από αυτές, που κυβέρνησαν την χώρα, δεν μπορεί να μιλά για χάραξη εθνικής αμυντικής πολιτικής, με κυρίαρχο ρόλο την εγχώρια ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας, χωρίς να αναγνωρίσει τα σφάλματα, τις παραλείψεις και τις παλινωδίες του παρελθόντος. Ισχυρή πολιτική βούληση πέρα από κάθε ξενική καθοδήγηση και επιβολή, ουσιαστική συνεργασία ιδιωτικού και κρατικού τομέα, σοβαρή επένδυση στην έρευνα και ανάπτυξη, χρήση των υφιστάμενων και εξεύρεση νέων πόρων είναι οι βασικοί πυλώνες ανάπτυξης της αμυντικής βιομηχανίας στο άμεσο μέλλον. 

Κανείς δεν μπορεί να υποθηκεύσει το μέλλον και την ασφάλεια των Ελλήνων πολιτών στον ευαίσθητο τομέα της άμυνας για πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, πόσο μάλλον σήμερα που οι συνθήκες αλλάζουν ταχύτατα σε όλους τους τομείς.