Εθνική Άμυνα σε συναγερμό. Τα Όρια Εμπιστοσύνης Με Ρίσκα και Συμμαχίες


Γράφει η Τυρώ

Η ιστορία μας δεν ξεχνιέται και σίγουρα δεν πρέπει να την αγνοούμε όταν καλούνται οι θεσμοί να πάρουν κρίσιμες αποφάσεις για την Εθνική μας Ασφάλεια. Η εμπειρία της Μικρασιατικής Καταστροφής, δεν είναι απλώς ένα κεφάλαιο στα βιβλία, αλλά ένα σκληρό μάθημα για το πώς οι συμμαχίες μπορούν να αλλάξουν από τη μία στιγμή στην άλλη. Τότε, η Γαλλία, ενώ βρισκόταν στο πλευρό της Ελλάδας, επέλεξε τελικά να ακολουθήσει τα δικά της συμφέροντα, υπογράφοντας συμφωνία με τον Κεμάλ και εγκαταλείποντας ουσιαστικά την Ελληνική προσπάθεια.

Η αποχώρηση των Γάλλων από την Κιλικία, μετά τη Συμφωνία της Άγκυρας το 1921, η ενίσχυση των δυνάμεων του Κεμάλ με οπλισμό και εφόδια, αλλά και η παθητική στάση των Ευρωπαίων στη Σμύρνη τον Σεπτέμβριο του 1922, δεν ήταν απλές διπλωματικές κινήσεις. Ήταν επιλογές που άνοιξαν τον δρόμο για την κατάρρευση του Μικρασιατικού μετώπου και μας οδήγησαν σε μια Εθνική τραγωδία.

Σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα μετά, βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα που γεννά εύλογα ερωτήματα. Η συζήτηση για την αποστολή ελληνικών μαχητικών αεροσκαφών στην Ουκρανία, δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από το ιστορικό μας βίωμα. Και αναρωτιέμαι, γιατί να αποδυναμώσει η Ελλάδα την Πολεμική της Αεροπορία, σε μια περίοδο που η τουρκική προκλητικότητα είναι καθημερινή; Ποιος εγγυάται ότι σε περίπτωση κρίσης δε θα βρεθούμε πάλι μόνοι, περιμένοντας υποσχέσεις που ίσως δεν υλοποιηθούν ποτέ;

Οι παραβιάσεις στον ελληνικό εναέριο χώρο, δεν είναι θεωρητικές απειλές. Είναι και πάλι στην καθημερινότητά μας ή μήπως όχι; Γιατί και βέβαια, είναι καταγεγραμμένες, επαναλαμβανόμενες και επικίνδυνες. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, καλούμαστε να αποχωριστούμε κρίσιμα μέσα άμυνας, με την υπόσχεση ότι θα αντικατασταθούν σε βάθος χρόνου. Αλλά τι σημαίνει «σε βάθος χρόνου»; Τρία χρόνια; Πέντε; Και μέχρι τότε; Με τι μέσα θα επιχειρούν οι Έλληνες πιλότοι, που αποδεδειγμένα συγκαταλέγονται στους κορυφαίους παγκοσμίως;

Τα ερωτήματα είναι πολλά και δεν μπορούμε να τα αγνοούμε. Ρωτάω πάλι, γιατί να δώσει η Ελλάδα αεροσκάφη όταν άλλες χώρες δεν προχωρούν σε αντίστοιχες κινήσεις; Είναι θέμα πίεσης; Είναι θέμα συμφερόντων; Είναι μέρος μιας ευρύτερης γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης στην οποία η Ελλάδα καλείται πάλι να πληρώσει δυσανάλογο τίμημα; Όμως, κυρίως: τι παίρνουμε εμείς ως αντάλλαγμα, όχι φυσικά σε επίπεδο υποσχέσεων, αλλά σε ένα επίπεδο δεσμεύσεων με σαφείς εγγυήσεις;

Η εμπειρία του παρελθόντος δείχνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν λειτουργούν με βάση το συναίσθημα ή την ιστορική φιλία. Λειτουργούν με βάση το συμφέρον. Αν αύριο αλλάξουν τα δεδομένα, ποιος διασφαλίζει ότι δε θα αλλάξει και η στάση τους; Ποιος εγγυάται ότι δε θα βρεθούμε ξανά εκτεθειμένοι, όπως τότε, όταν οι δήθεν σύμμαχοι επέλεξαν άλλον δρόμο;

Αυτό δε σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να απομονωθεί ή να αρνηθεί κάθε συνεργασία. Σημαίνει όμως ότι πρέπει να θέσει ξεκάθαρες δικλίδες ασφαλείας. Πλήρης και Άμεση αντικατάσταση οποιουδήποτε οπλικού συστήματος αποχωρεί. Συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, όχι αόριστες υποσχέσεις. Ρήτρες που ενεργοποιούνται σε περίπτωση απειλής από την Τουρκία. Και πάνω απ’ όλα, διατήρηση της Επιχειρησιακής Ετοιμότητας, χωρίς τα Συνηθισμένα Κενά που αφήνουν.

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να ρισκάρει την άμυνά της. Όχι σε μια περιοχή όπως το Αιγαίο. Όχι απέναντι στη χώρα που αμφισβητεί καθημερινά τα Κυριαρχικά μας Δικαιώματα. Η ιστορία, μας έχει δείξει τι συμβαίνει όταν βασιζόμαστε υπερβολικά σε τρίτους. Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι να φοβηθούμε, αλλά να θυμόμαστε  και να αποφασίζουμε με γνώμονα το Εθνικό συμφέρον, χωρίς αυταπάτες.

Γιατί η αποστολή οπλικών συστημάτων σε ένα ενεργό μέτωπο, δεν είναι ποτέ μια απλή πολιτική απόφαση. Έχει κόστος, έχει ρίσκο και έχει συνέπειες που δεν περιορίζονται στο σήμερα.

  • Στα Οικονομικά: Είναι μεγάλο το κόστος για την Ελλάδα και μία δύσκολη, χρονοβόρα αντικατάσταση των αεροσκαφών.
  • Στα Αμυντικά: Εδώ έχουμε την δημιουργία επιχειρησιακού κενού στην Πολεμική Αεροπορία και μείωση της αποτρεπτικής ισχύος.
  • Στα Γεωπολιτικά: Θα έχουμε ίσως μία βαθύτερη εμπλοκή στον πόλεμο, με αυξημένο ρίσκο κλιμάκωσης της σύγκρουσης, ακόμα και σε επίπεδα που κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι θα αγγίξουν τα όρια μιας ευρύτερης, ανεξέλεγκτης ανάφλεξης.

Και ακριβώς εδώ τίθεται το κρίσιμο ερώτημα για τη χώρα. Αν αύριο βρεθούμε σε κρίση, θα έχουμε πραγματικά τα μέσα να υπερασπιστούμε τη χώρα μας ή θα περιμένουμε ξανά τους άλλους να αποφασίσουν για εμάς; Και αν έρθει εκείνη η ώρα, με τι θα σηκωθούν οι Ίκαροί μας; Με τι μέσα θα πετάξουν οι Αετοί του Αιγαίου; Με τι θα σταθούν απέναντι σε μια απειλή που δεν περιμένει ούτε δικαιολογίες ούτε καθυστερήσεις;


Visited 28 times, 1 visit(s) today

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *