Γράφει η Τυρώ
Στις αρχές Ιανουαρίου 2026, η πρόεδρος της Διαρκούς Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων, Ντόρα Μπακογιάννη, προκάλεσε πολιτικό σεισμό με τις δηλώσεις της για τις Ένοπλες Δυνάμεις και τον ρόλο της Ελλάδας στο διεθνές σύστημα. Δηλώσεις που δεν πέρασαν απαρατήρητες, ούτε μπορούν να θεωρηθούν απλώς μια ρεαλιστική αποτίμηση της διεθνούς κατάστασης.
Σε μια ομιλία που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί απλώς ατυχής, υποστήριξε με απόλυτη σαφήνεια ότι η Ελλάδα, αντί να λειτουργεί ως κυρίαρχο κράτος, λειτουργεί ουσιαστικά ως «προτεκτοράτο» υπό ξένη προστασία. Η δήλωση αυτή δεν ειπώθηκε ούτε ως αμηχανία, ούτε ως κριτική. Ειπώθηκε σχεδόν φυσιολογικά, σα μια πραγματικότητα που πρέπει απλώς να αποδεχτούμε, σαν κάτι αυτονόητο που δε χρειάζεται αμφισβήτηση.
Και αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία. Όχι επειδή οι πολίτες αγνοούν τις διεθνείς εξαρτήσεις ή τις γεωπολιτικές πιέσεις, αλλά επειδή μια πολιτικός σε τόσο κρίσιμη θεσμική θέση, μιλώντας δημόσια, δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να υπερασπιστεί την έννοια της εθνικής κυριαρχίας.
Αντίθετα, επιχείρησε να μας πείσει ότι η Υποτέλεια είναι ο ρεαλισμός της εποχής και ότι όποιος μιλάει για στρατηγική αυτονομία, κυριαρχία ή διεθνές δίκαιο, απλώς δεν κατανοεί «πώς λειτουργεί ο κόσμος». Πρόκειται για μια επικίνδυνη αντιστροφή της πραγματικότητας, όπου η Παραίτηση βαφτίζεται Ωριμότητα.
Η Μπακογιάννη δεν περιορίστηκε σε μια απλή περιγραφή της διεθνούς κατάστασης, αλλά προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, παρουσιάζοντας την Προσαρμογή των Ενόπλων Δυνάμεων ως αναγκαιότητα σε έναν κόσμο όπου, όπως η ίδια είπε, δεν υπάρχουν σύμμαχοι, ούτε διεθνές δίκαιο.
Με αυτόν τον τρόπο, δεν περιέγραψε απλώς μια δύσκολη πραγματικότητα, αλλά νομιμοποίησε την ιδέα ότι η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να διεκδικεί τίποτα περισσότερο από την εύνοια των ισχυρών. Όλα παρουσιάστηκαν ως δεδομένα, αναπόφευκτα, σχεδόν ως φυσικοί νόμοι.
Και εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας του προβλήματος! Είναι η προσπάθεια να πειστεί η κοινωνία ότι έτσι είναι τα πράγματα και ότι δεν υπάρχει καμία εναλλακτική ότι δε γίνεται να μιλάμε για εθνική στρατηγική, για ανεξαρτησία, για αξιοπρέπεια και ότι το μόνο που μας απομένει, είναι να προσαρμοζόμαστε, να δεχόμαστε και να σιωπούμε. Αυτή όμως δεν είναι πολιτική ανάλυση, είναι παραδοχή αδυναμίας και εγκατάλειψη κάθε έννοιας υπεράσπισης της πατρίδας.
Και η δημόσια αντίδραση δεν άργησε, όταν τα μέσα ενημέρωσης, αναλυτές αλλά και απλοί πολίτες αντέδρασαν έντονα στη χρήση του όρου «προτεκτοράτο», ειδικά όταν αυτός δεν ειπώθηκε καταγγελτικά, αλλά σχεδόν καθησυχαστικά, σα μια φυσιολογική κατάσταση. Στα κοινωνικά δίκτυα, τα αποσπάσματα της ομιλίας προκάλεσαν οργή, γιατί πολλοί κατάλαβαν κάτι πολύ απλό… ότι δεν πρόκειται για μια γλωσσική αστοχία, αλλά για μια βαθύτερη πολιτική αντίληψη που βλέπει την Ελλάδα μικρή, εξαρτημένη και ανίκανη να σταθεί μόνη της.
Η αντιπολίτευση μίλησε για ιδεολογία υποτέλειας και όχι άδικα. Όταν ένας άνθρωπος που προΐσταται της Επιτροπής Άμυνας δηλώνει δημόσια ότι η χώρα λειτουργεί ως προτεκτοράτο και το παρουσιάζει ως κανονικότητα, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό, είναι θεσμικό και βαθιά πολιτικό. Το μήνυμα που εκπέμπεται στο εσωτερικό και το εξωτερικό είναι ότι η Ελλάδα δε διεκδικεί, δεν αντιστέκεται, δεν υπερασπίζεται τον εαυτό της, ούτε καν σε επίπεδο λόγου.
Το σκάνδαλο, λοιπόν, δεν είναι μόνο οι λέξεις. Είναι η νοοτροπία που κρύβεται πίσω από αυτές. Η αποδοχή της αδυναμίας ως κανονικότητας και η προσπάθεια να παρουσιαστεί η υποχώρηση ως ρεαλισμός. Γιατί η Ελλάδα δεν είναι προτεκτοράτο. Ακόμη κι αν δέχεται πιέσεις ή βρίσκεται σε δύσκολη γεωπολιτική θέση, κανένας πολιτικός δεν έχει το δικαίωμα να παρουσιάζει ως φυσικό φαινόμενο μια κατάσταση, η οποία δεν αποτελεί εθνική αδυναμία, αλλά είναι ένα αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών και ευθυνών.
Γιατί η Ελλάδα δεν χάνει όταν πιέζεται απ’ έξω. Χάνει, όταν συνηθίζει να μην υπερασπίζεται τον εαυτό της από μέσα.
