Γράφει η Τυρώ
Το πολυσυζητημένο νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, γνωστό και ως νόμος Δένδια ή Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή «Ατζέντα 2030», δεν αποτελεί απλώς μια μεταρρύθμιση, αλλά για χιλιάδες υπαξιωματικούς συνιστά μια ευθεία επίθεση στον θεσμικό τους ρόλο, στη σταδιοδρομία τους και στην ίδια τους την αξιοπρέπεια. Οι αλλαγές που εισάγει στο πλαίσιο εξέλιξης, στους βαθμούς και στο μισθολόγιο, δε λέγονται εκσυγχρονισμός· είναι μια βαθιά υποβάθμιση που ανατρέπει τα δικαιώματα δεκαετιών και δημιουργεί ένα περιβάλλον ανασφάλειας και αδικίας μέσα στο ίδιο το στράτευμα. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη καταγράφονται μαζικές αντιδράσεις, με κινητοποιήσεις και με εκατοντάδες παραιτήσεις, με τον αριθμό να αυξάνεται συνεχώς, αποτυπώνοντας έτσι το βάθος της κρίσης που έχει προκληθεί.
Μέσα σε αυτό το ήδη εκρηκτικό κλίμα, η παρέμβαση της ηγεσίας αντί να λειτουργήσει με ηρεμία, ήρθε “να ρίξει λάδι στη φωτιά”. Το περιστατικό στη Σχολή Πολέμου Στρατού Ξηράς στις 13 Μαρτίου 2026, αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική απόδειξη. Ο Αρχηγός ΓΕΣ Αντιστράτηγος Γεώργιος Κωστίδης εμφανίστηκε για να υπερασπιστεί τον νόμο Δένδια και την «Ατζέντα 2030», αλλά πριν καν ξεκινήσει την ομιλία του, ζήτησε από τους υπαξιωματικούς που υπηρετούν στη σχολή να αποχωρήσουν από το αμφιθέατρο. Δηλαδή, οι άμεσα θιγόμενοι από τον ίδιο τον νόμο, αποκλείστηκαν από τη συζήτηση για το μέλλον τους. Πρόκειται για μια κίνηση που δεν μπορεί να ερμηνευτεί απλώς ως διαδικαστική επιλογή, αλλά ως ωμή απαξίωση, ως μια ξεκάθαρη ένδειξη ότι η ηγεσία δεν επιθυμεί ούτε να ακούσει ούτε να αντιμετωπίσει τις πραγματικές ανησυχίες των υπαξιωματικών.
Και σα να μην έφτανε αυτό, η συνέχεια της ομιλίας επιβεβαίωσε ένα χάσμα αντίληψης και την προκλητική στάση απέναντι στα στελέχη των υπαξιωματικών. Η αναφορά σε αυξήσεις και σε κατοικίες, όταν είπε «…σας φτιάχνουμε σπίτια, σας δώσαμε αυξήσεις, τι θέλουν και φωνάζουν οι υπαξιωματικοί;» αυτό δεν ήταν επιχείρημα, αλλά μία ευθεία κοροϊδία. Διότι την ίδια στιγμή που παρουσιάζεται μια εικόνα μέριμνας πάνω στη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας των Ε.Δ. , η πραγματικότητα είναι ότι μόνο περίπου το 25% των κατοικιών αφορά ουσιαστικά στρατιωτικούς, ενώ το υπόλοιπο 75% εντάσσεται σε προγράμματα του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας και δεν καλύπτει τις άμεσες ανάγκες του προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων. Όταν η ουσία του προβλήματος είναι η υποβάθμιση της καριέρας, των δικαιωμάτων και της προοπτικής, η επίκληση τέτοιων Παροχών, δεν αποτελεί απάντηση αλλά Πρόκληση.
Η κορύφωση, ωστόσο, ήρθε με μια φράση που δύσκολα μπορεί να ερμηνευθεί με οποιονδήποτε άλλο τρόπο πέρα από έναν ωμό Εκβιασμό, λέγοντας, «Άμα παραιτηθούν, έχουμε βρει λύση. Θα κάνουμε υπαξιωματικούς από τους οπλίτες θητείας, θα βγάζουμε από τους ΛΥΒ (είναι η εκπαίδευση 2 εβδομάδων στον Ελληνικό Στρατό Ξηράς για οπλίτες που επιλέγονται να γίνουν δεκανείς)». Με αυτή τη δήλωση, η ηγεσία δεν υποβάθμισε απλώς τον ρόλο των υπαξιωματικών, αλλά έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα αντικατάστασης και απαξίωσης, δηλ. θέλει να μας πει ότι οι έμπειροι επαγγελματίες μπορούν να αντικατασταθούν πρόχειρα από στρατεύσιμους, ότι η πολυετής υπηρεσία τους, η εκπαίδευση τους και η εμπειρία τους, δεν έχουν ιδιαίτερη Αξία. Πρόκειται για μια προσέγγιση που δεν προσβάλλει μόνο τους υπαξιωματικούς, αλλά εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη λειτουργία, την επάρκεια και τη θεσμική σοβαρότητα ολόκληρου του Στρατεύματος.
Συνολικά, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι μιας τέτοιας πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας που, αντί να απαντήσει στην ουσία των προβλημάτων που η Ίδια δημιούργησε, επιλέγει τον δρόμο της απαξίωσης, της υποβάθμισης και του εκφοβισμού. Ένας νόμος που χαρακτηρίζεται από τους ίδιους τους στρατιωτικούς ως άδικος και αντισυνταγματικός, συνδυάζεται με μια στάση που όχι μόνο δεν γεφυρώνει το χάσμα, αλλά το κάνει άκρως επικίνδυνο. Και όταν το στράτευμα οδηγείται σε τέτοια επίπεδα έντασης, με παραιτήσεις, αγανάκτηση και αίσθημα αδικίας, τότε το ζήτημα δεν αφορά πλέον μόνο τους υπαξιωματικούς, αφορά τη συνέχεια, την αξιοπιστία και το ίδιο το Μέλλον των Ενόπλων Δυνάμεων.
Σε μια πραγματικά δίκαιη Πολιτεία, οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν αποτελούν απλώς έναν μηχανισμό άμυνας, αλλά έχει ως βασική αρχή την ειρήνη η οποία διασφαλίζεται μόνο όταν υπάρχει συνεχής ετοιμότητα, οργάνωση και ισχυρή αποτρεπτική δύναμη. Παράλληλα, η εκπαίδευση και η επιχειρησιακή ετοιμότητα βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο, με σύγχρονα κέντρα εκπαίδευσης και αυστηρά προγράμματα που καλύπτουν κάθε πιθανό πεδίο δράσης, τόσο στην ξηρά, όσο και στη θάλασσα και τον αέρα.
Κεντρικός άξονας, όμως, μιας δίκαιης πολιτείας είναι ο άνθρωπος. Τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων αντιμετωπίζονται με σεβασμό και αξιοπρέπεια, με υψηλού επιπέδου συνθήκες διαβίωσης, σίτισης και στέγασης. Η Πολιτεία διασφαλίζει πλήρως τα μισθολογικά, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα, ώστε να επιτελούν το καθήκον τους απερίσπαστοι, χωρίς ανασφάλεια για το μέλλον τους.
Η εμπειρία και η γνώση των στελεχών αναγνωρίζονται ως πολύτιμο κεφάλαιο και μεταδίδονται οργανωμένα στις επόμενες γενιές, ενισχύοντας τη συνοχή και τη συνέχεια του στρατεύματος. Σε αυτό το πλαίσιο, η ισονομία και η ισοτιμία δεν αποτελούν θεωρητικές έννοιες, αλλά εφαρμόζονται στην πράξη. Γι’ αυτό, όλοι οι υπηρετούντες, ανεξαρτήτως βαθμού, αντιμετωπίζονται με δικαιοσύνη, χωρίς διακρίσεις ή υποβάθμιση του ρόλου τους.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν είναι απλώς ισχυρές επιχειρησιακά, αλλά είναι και δίκαιες εσωτερικά. Και μόνο μέσα από αυτή τη σύνθεση δύναμης και δικαιοσύνης μπορεί να υπάρξει ένα στράτευμα με πραγματική συνοχή, υψηλό ηθικό και αφοσίωση στο καθήκον.
