Γράφει η Αργυρώ Παναγιωτοπούλου

Σύμφωνα με την οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης, που ανακοινώθηκε για το έτος 2024, οι δικαιούχοι του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος πρόκειται να λάβουν αύξηση κατά 8%. Ενώ οι επιδοτούμενοι άνεργοι θα μπορούν παράλληλα να εργαστούν έως και τρεις ημέρες την εβδομάδα, χωρίς να χάνουν εντελώς το επίδομα τακτικής ανεργίας από τον ΟΑΕΔ (νυν ΔΥΠΑ), διότι, εάν θα μπορούν να έχουν δώδεκα ημερομίσθια το μήνα, η επιδότηση ανεργίας θα ανέρχεται στο ποσό των 240 ευρώ.  

Παράλληλα με την αύξηση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, αυξάνεται επίσης και η σύνταξη του ανασφάλιστου ηλικιωμένου, η οποία, μετά τη νέα αναπροσαρμογή από 1/1/2024 του 3%, που είχε εξαγγελθεί από το προηγούμενο έτος, θα ανέλθει στα 399,54 ευρώ.

Η κατάσταση όμως, θα είναι διαφορετική για τους ασφαλισμένους στον πρώην ΟΑΕΕ ή ΟΓΑ, όταν έρθουν σε ηλικία συνταξιοδότησης, αλλά χρωστούν  στον ΕΦΚΑ μέχρι και 30.000 ευρώ. Σε αυτούς, θα παρακρατείται το 60% του ποσού της σύνταξης τους, μέχρι να εξοφληθεί ένα συγκεκριμένο τμήμα  του χρέους και στη συνέχεια, θα χρειαστεί να ρυθμίσουν όλο το υπόλοιπο σε 60 μηνιαίες δόσεις, από το μηδαμινό εισόδημα, που θα τους έχει απομείνει.   

Ας εξετάσουμε όμως κατ΄αρχάς, πώς και με ποιά κριτήρια καθορίζει η κυβέρνηση το “ελάχιστο” εισόδημα για έναν πολίτη, βάζοντας έτσι όρια στο ποιοτικό επίπεδο της ζωής μας. 

Ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα θα έπρεπε να  είναι αυτό το ποσό, που εξασφαλίζει σε όλους όλες τις απαραίτητες συνθήκες διαβίωσης, είτε μιλάμε για ανέργους , είτε για εργαζόμενους είτε για συνταξιούχους… 

‘Ομως, το πενιχρό ποσό, που δίνεται τώρα ως ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, εξανεμίζεται πριν καλά-καλά  εισπραχθεί από τους δικαιούχους, λόγω της ακρίβειας και της συνεχούς ανόδου των τιμών, ακόμη και σε είδη πρώτης ανάγκης. Η ανεργία, που μαστίζει τον τόπο εδώ και πολλά χρόνια και η  απροθυμία των κυβερνήσεων να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, δημιουργεί τελικά πολίτες-επαίτες, παρά τη θέλησή τους, ενώ οι ίδιοι θα ήθελαν να εργαστούν και να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο.  

Επίσης, όσον αφορά τη σύνταξη του ανασφάλιστου ηλικιωμένου, που θα ανέλθει στο ποσό των 400 περίπου ευρώ με την αύξηση του 3%, γίνεται εύκολα αντιληπτό, ότι είναι αδύνατον να του εξασφαλίσει τα προς το ζην. 

Ο ηλικιωμένος άνθρωπος χρειάζεται κατ΄εξοχήν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και φροντίδα με τα προβλήματα υγείας, που αρχίζουν και αναφύονται σ αυτήν την ηλικία. 

Πώς να καλύψει όμως τις ανάγκες του, όταν το δημόσιο σύστημα υγείας γίνεται σιγά-σιγά ιδιωτικό, όπως όλοι γνωρίζουμε και διαπιστώνουμε στην πράξη και πρέπει να πληρώσει συμμετοχή από την τσέπη του για τα φάρμακά του, ή για τις ιατρικές του εξετάσεις; 

Τι θα του περισσέψει για να ανταποκριθεί στη συνέχεια στα έξοδα στέγης και τροφής; 

Για τη σύνταξη τώρα των ασφαλισμένων με χρέη προς τον ΕΦΚΑ, τα πράγματα γίνονται πιό περίπλοκα. Σίγουρα, πριν δημιουργηθούν όλα αυτά τα χρέη προς τον ασφαλιστικό τους φορέα, πλήρωναν κανονικά όλες τις τις εισφορές τους, αφού το οικονομικό τους επίπεδο τους επέτρεπε να το κάνουν. Στη συνέχεια και με την γενικότερη οικονομική δυσπραγία, που επικράτησε για όλους, άφησαν εξ ανάγκης να συσσωρευτούν χρέη, τα οποία καλούνται τώρα να εξοφλήσουν με την παρακράτηση μέρους της, ούτως ή άλλως, πετσοκομμένης σύνταξης, που θα λάμβαναν. Πώς θα μπορέσουν και αυτοί να επιβιώσουν με τα ελάχιστα χρήματα που θα τους απομένουν, μετά τις κρατήσεις των απαιτούμενων ποσών για την εξόφληση μέρους των χρεών τους και τις ρυθμίσεις, που καλούνται να κάνουν για αρκετά χρόνια στη συνέχεια; Θα βρεθούν και αυτοί σε κατάσταση φτώχειας και ανέχειας, μετά από τόσα χρόνια εργασίας και σε μια ηλικία που ο άνθρωπος έχει δικαίωμα να ξεκουραστεί, να τύχει της απαραίτητης φροντίδας και να απολαύσει τους κόπους μιας ζωής.

Δεν γίνεται λοιπόν να μιλάμε για “εγγυημένο” εισόδημα, εφόσον στην πράξη αυτό δεν επαρκεί για κανέναν. Στην ουσία, το μόνο που ενδιαφέρει τους κυβερνώντες είναι να εγγυηθούν την πληρωμή των χρεών με νομοθετικά και λογιστικά τεχνάσματα, που απομυζούν και στραγγίζουν οικονομικά τους πολίτες,

Όλη αυτή η κατάσταση έχει δημιουργηθεί από τους ίδιους, αυτούς που μας κυβερνούν, με την  ασύμφορη διαχείριση των χρημάτων των ασφαλιστικών ταμείων. Τι να πρωτοθυμηθούμε το PSI; Το αποθεματικά των ταμείων που τα χάσαμε στο χρηματιστήριο; Αναθέσεις έργων σε ημετέρους; Αυτά  και λοιπές γνωστές οικονομικές ατασθαλίες ροκανίζουν τα χρήματα του Ελληνικού Δημοσίου, τα δικά μας χρήματα, δημιουργώντας χρέη. Στη συνέχεια, καλούμαστε να τα εξοφλήσουμε, παραπλανώμενοι, ότι τα έχουμε δημιουργήσει οι ίδιοι, αντί να μας  διασφαλίζουν μέσα από συνετές πολιτικές και ορθή διαχείριση τη ζωή, που μας αξίζει μέχρι το τέλος του βίου μας.

Μέσα από αυτή την αέναη παραγωγή αδίκου είναι ολοφάνερο, ότι ο πολίτης μένει εντελώς απροστάτευτος σε όλη την εργασιακή του πορεία και όταν τελικά φθάσει στην ηλικία της σύνταξης, αισθάνεται άχρηστος, παροπλισμένος και παραπεταμένος στο περιθώριο της ζωής, αγωνιώντας για το πώς θα επιβιώσει.

Προκύπτει λοιπόν αβίαστα το συμπέρασμα, ότι το χαοτικό περιβάλλον που ζούμε, χρειάζεται πλήρη ανατροπή και άμεση επαναφορά σε δομές δίκαιης και ανθρώπινης διοίκησης. 

Ο άνθρωπος πρέπει να πάψει να ζει σε διαρκές καθεστώς φόβου, ανασφάλειας και αβεβαιότητας, τόσο για την επιβίωση τη δική του, όσο και για των παιδιών του.

Μια Πολιτεία οφείλει να παρέχει μέσα από τη λειτουργία της ασφάλεια και εργασία με συνθήκες Σεβασμού προς όλους τους ανθρώπους, καθιστώντας τους παραγωγικούς και αποδοτικούς, επ΄ωφελεία  του συνόλου στο οποίο ανήκουν και από το οποίο θα προκύψει και η προσωπική τους ωφέλεια. 

Ο μισθός που θα λαμβάνει ο εργαζόμενος θα πρέπει να είναι ανάλογος με το παραγόμενο έργο και την ποιότητά του και να καλύπτει όλες τις τρέχουσες ανάγκες του, αφήνοντάς του ταυτόχρονα και το περιθώριο να ζήσει και να βιώσει, όσα επιθυμεί στον ελεύθερο χρόνο του, δημιουργώντας απρόσκοπτα την οικογένειά του και προσφέροντας στην Πολιτεία άξιους απογόνους, για να συνεχίσουν το έργο της.

Ταπεινωτικά επιδόματα και άλλα παρόμοια δεν πρέπει να έχουν καμία θέση μέσα στους κόλπους της ανθρώπινης κοινωνίας 

Η τρίτη ηλικία θα πρέπει να είναι ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια μέσα στα πλαίσια και τους λειτουργικούς μηχανισμούς της Πολιτείας. Ο άνθρωπος που έχει φθάσει στη σύνταξη, έχοντας ζήσει μια πλήρη, ασφαλή και δημιουργική ζωή, είναι έτοιμος να μεταφέρει στις επόμενες γενιές όλη την πολύτιμη εμπειρία και γνώση που έχει αποκομίσει από την άσκηση της εργασίας του και των ενασχολήσεων του. Όλη αυτή τη βιωματική σοφία η αληθινή Πολιτεία οφείλει να την αξιοποιήσει κατάλληλα μέσα από αντίστοιχες πολιτειακές δομές, για να ενταχθεί και να εμπλουτίσει το γνωσιακό πεδίο της.

Είναι αυτονόητο, ότι ο ηλικιωμένος πρέπει να λαμβάνει παράλληλα τη σύνταξη, που του αναλογεί, χωρίς όρους και προϋποθέσεις κατά το δοκούν, αλλά με την ορθή διαχείριση των κεφαλαίων της και με όρους ανταποδοτικότητας. Αυτό θα επιτρέψει στον ηλικιωμένο πολίτη να ζήσει με πλήρη αυτάρκεια, συνεχίζοντας κανονικά τη ζωή του, όπως την έχει σχεδιάσει.  Εάν δε επιθυμεί να συνεχίσει την όποια δραστηριότητα, η Πολιτεία θα πρέπει να στέκεται αρωγός στην προσπάθειά του και να τον στηρίζει διαρκώς.

Αυτή θα είναι όντως μια αληθινή Πολιτεία με μόνη και μόνιμη μέριμνα να διασφαλίζει και να εγγυάται την ευημερία των πολιτών της σε κάθε επίπεδο, χωρίς εμπόδια, χωρίς αγκυλώσεις και χωρίς περιθωριοποιήσεις, έχοντας ως μοναδικό κριτήριο την αξιοκρατία και τη διαφάνεια.