Γράφει η Άρτεμις Κορίμπα

Με 14.000.000 ευρώ χρηματοδότησε η Περιφέρεια Αττικής την Εκκλησία της Ελλάδος για να ολοκληρωθεί η ανακαίνιση και αναπαλαίωση τριών από τα επτά κτίρια που χρησιμοποιούσε το πρώην 401 στρατιωτικό νοσοκομείο ,τα οποία βρίσκονται εντός ενός ακαθορίστως τεράστιου οικοπέδου στην καρδιά της Αθήνας, που ανήκει στη μονή Πετράκη εδώ και εκατονταετίες.

Τα κτίρια χτίστηκαν το 1877 και με παρέμβαση της εφορίας αρχαιοτήτων νεότερων μνημείων απετράπη η κατεδάφιση τους, γιατί έχουν παίξει μεγάλο ρόλο στη νεότερη ιστορία του κέντρου της πρωτεύουσας.

Εκπονήθηκε μελέτη για την αποκατάσταση των εν λόγω κτιρίων όπου με τη βοήθεια του υπουργείου πολιτισμού εντάχθηκε προς χρηματοδότηση.

Εν τω μεταξύ το κράτος παραχώρησε μεγάλα κομμάτια της έκτασης που “ανήκαν” στη μονή προς ανέγερση νοσοκομείων & άλλων οικημάτων συμπεριλαμβανομένου και του οικοπέδου όπου ανεγέρθηκε η Αμερικανική πρεσβεία.

Να σημειωθεί ότι το 1971 το 401 στρατιωτικό νοσοκομείο μεταστεγάστηκε στη λεωφόρο Μεσογείων και το οικόπεδο επέστρεψε στα χέρια της Εκκλησίας της Ελλάδας με αντάλλαγμα την έκταση 4.000 στρεμμάτων στη Βάρη που είχε αποφασιστεί να ανεγερθεί η σχολή Ευελπίδων .

Να σημειωθεί επίσης ότι η αρχική βλέψη της εκκλησίας ήταν η ανέγερση ξενοδοχείου εν όψει τον ολυμπιακών αγώνων του 2004 για το οποίο υπέβαλε φάκελο κατεδάφισης στην πολεοδομία το 2001 παρ’ότι αυτό δεν επιτρέπεται από τις χρήσης γης της περιοχής.

Εν τέλει το έργο εντάχθηκε στο πρόγραμμα χρηματοδότησης της Περιφέρειας Αττικής. Ασχολήθηκε με αυτό η πρώην περιφερειάρχης κα Δούρου και ο μέχρι πρότινος περιφερειάρχης Κος Πατούλης. Έγινε η ανακαίνιση και η κατάλληλη αναδιαμόρφωση για να φιλοξενήσει τη βιβλιοθήκη της εκκλησίας ,το ψηφιοποιημένο αρχειακό υλικό & να είναι χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων.

Δεν μας είπαν αν μέσα στις βιτρίνες του εκθετηρίου θα έχουν και τους τίτλους ιδιοκτησίας της γης που εκμεταλλεύονται ή έστω τα φιρμάνια, τα ‘’χουζέρτια’’ και τέλος πάντων ό,τι χαρτί έχει υπογραφεί μεταξύ των σουλτάνων και της εκκλησίας, με το οποίο την καθιστά ιδιοκτήτη μιας αμύθητης περιουσίας.

Τώρα στο σημείο αυτό η ερώτηση που προκύπτει είναι εάν ένας τέτοιος θεσμός όπως η εκκλησία, με τόσο πλούτο και έσοδα, πρέπει να εξαρτάται από δημόσιους πόρους για τη διατήρηση των κτιρίων της, όταν μάλιστα η Ελλάδα υφίστανται σκληρά μέτρα λιτότητας για πάνω από μια δεκαετία.

Δεν θα αμφισβητήσουμε όμως και την προσφορά της εκκλησίας στην κοινωνία. Αλλά για να προσφέρει σημαίνει ότι από κάπου τα βρίσκει. Είτε εισπράττει από επενδύσεις, είτε από τον “οβολό των πιστών” το θέμα είναι ότι αυτά τα χρήματα προέρχονται από τους πολίτες, όπως και η γη η οποία ανήκει σε όλους τους πολίτες εδώ και χιλιάδες χρόνια και η εκμετάλλευση της θα έπρεπε να αποδίδει όφελος στον καθέναν από εμάς.

Θα αμφισβητήσουμε την απόφαση του κράτους να μην φορολογείται η εκκλησία. Αναρωτιόμαστε αν η Εκκλησία, ως αφορολόγητο ον, θα έπρεπε να εξασφαλίζει τη συντήρηση των κτιρίων της με δικά της κεφάλαια. Η αναζήτηση επιπλέον χρημάτων, ειδικά από τα δημόσια ταμεία, προκαλεί ερωτηματικά σχετικά με τον τρόπο χρήσης του πλούτου που διαθέτει.

Και εν πάσει περιπτώσει αφού έχει τέτοια μεγάλα οράματα “προσφοράς” και χρειάζεται χρήματα που δεν έχει για να τα πραγματοποιήσει και αναγκάζεται να στερήσει 14.000.000 ευρώ από την Περιφέρεια Αττικής μέσα σε τόσο δύσκολους καιρούς, γιατί δεν αποδέχτηκε την προσφορά του Κου Αρτέμη Σώρρα, Προέδρου του Πολιτικού Φορέα “Ελλήνων Συνέλευσις” τον Μάιο του 2012 ;

Η έρευνα μας έδειξε πως επρόκειτο για μια προσφορά ύψους 678 δις ευρώ, που προέκυπτε από τη δωρεά μιας μετοχής της Τράπεζας της Ανατολής την αξία της οποίας προσδιόρισε η ίδια η Βουλή.

Τώρα, η περίπτωση “δωρεάς” ύψους 678 δισεκατομμυρίων ευρώ, που απορρίφθηκε από την Εκκλησία, εγείρει ακόμα περισσότερες απορίες. Το γιατί μια τόσο μεγάλη ποσότητα χρημάτων δεν γίνεται δεκτή παραμένει άγνωστο, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τις πραγματικές προθέσεις ορισμένων…

Σε τελική ανάλυση, οι ενέργειες και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την Εκκλησία και τους θεσμικούς παράγοντες διαμορφώνουν τη δημόσια άποψη για το ρόλο και τη χρηματοδότησή της, ενώ παράλληλα προκαλούν αντιδράσεις και ερωτήματα για τη διαφάνεια και τη χρήση των πόρων της.