Γράφει ο Άρης Μέττος

Απόγευμα 23 Ιουλίου 2018, λίγο μετά τις 17:00, ξεκίνησε μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες στην νεότερη ιστορία της χώρας, η φωτιά στο Μάτι, αφήνοντας πίσω 104 νεκρούς, κατεστραμμένες περιουσίες, οργή και πολλά ερωτηματικά για την αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού στην αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών. Οι μνήμες νωπές και μια δίκη σε εξέλιξη με τους συγγενείς των θυμάτων, να επιζητούν δικαίωση και την παραδειγματική τιμωρία των υπευθύνων.

Η απολογία του απόστρατου αξιωματικού της πυροσβεστικής και τότε διευθυντή του κέντρου επιχειρήσεων πολιτικής προστασίας, καταδεικνύει την παντελή έλλειψη συντονισμού και οργάνωσης των μηχανισμών, των σωμάτων ασφαλείας και προστασίας των πολιτών, αλλά και της πολιτικής ηγεσίας, που για άλλη μια φορά δεν μπόρεσε να διαχειριστεί μια έκτακτη κρίση με επιτυχία, σώζοντας ζωές και περιουσίες.

Σίγουρα οι καιρικές συνθήκες ήταν πολύ άσχημες,  στην περιοχή έπνεαν ισχυροί άνεμοι, που έφταναν τα 8 μποφόρ, που σε συνδυασμό με την υψηλή θερμοκρασία, την χαμηλή υγρασία και το ιδιαίτερο ανάγλυφο της περιοχής (περιοχές με μεγάλες αλλαγές υψομετρικού αναγλύφου) ευνόησαν την γρήγορη εξάπλωση της φωτιάς στο οικιστικό περιβάλλον. Πέρα όμως από τον παράγοντα περιβάλλον, σοβαρές παραλείψεις και λάθη εντοπίζονται στην δικογραφία, από την πρώτη στιγμή εκδήλωσης της κρίσης. Συγκεκριμένα, αν και οι αρμόδιες υπηρεσίες γνωρίζουν τις δύσκολες καιρικές συνθήκες, που επικρατούν στην περιοχή, δεν διατάζουν την εναέρια επιτήρησης της. Δώδεκα (12) αεροσκάφη, σύμφωνα με τον ανακριτή, που θα μπορούσαν να επιχειρήσουν άμεσα στο Μάτι (έστω και για λίγο) την κρίσιμη στιγμή παραμένουν καθηλωμένα για διάφορους λόγους.

Προληπτική εντολή εκκένωσης της περιοχής δεν δίνεται, παρόλο που η εξέλιξη της κατάστασης διαφαίνεται άκρως επικίνδυνη. Δεν ενεργοποιείται η νεοσύστατη υπηρεσία drones της πυροσβεστικής υπηρεσίας, που θα μπορούσε να δώσει άμεση εικόνα, σε πραγματικό χρόνο, της τακτικής κατάστασης. Πυροσβεστικά πλοιάρια και λοιπά σωστικά θαλάσσια μέσα δεν επιχειρούν άμεσα για τον απεγκλωβισμό των πολιτών που βρήκαν καταφύγιο στις ακτές της περιοχής.  Αυτά και άλλα τόσα λάθη και σοβαρές παραλείψεις του κρατικού μηχανισμού, σε συνδυασμό με την γνωστή τακτική παρεμπόδισης της δικαιοσύνης στην απόδοση πραγματικών ευθυνών προς τους πολιτικούς και μη, υπευθύνους της τραγωδίας, αποτελούν την τραγελαφική καθημερινότητα της ζωής των πολιτών στην χώρα μας.

Από τη καταγγελία του πραγματογνώμονα της πυροσβεστικής κ. Λιότσιου στην δικαιοσύνη, όπου στελέχη του πυροσβεστικού σώματος του είχαν ζητήσει ευθέως, πολλές φορές, να μην προχωρήσει με την πραγματογνωμοσύνη που είχε αναλάβει μέχρι την απόκρυψη στοιχείων από τον ανακριτή, που είχε αναλάβει την υπόθεση, όπως η περίπτωση εξαφάνισης καταγραφικού από υπηρεσία της πυροσβεστικής, που βρέθηκε αργότερα σε άλλο σημείο βλέπουμε και βιώνουμε, για άλλη μια φορά, την εγκληματική απάθεια με την οποία ανώτεροι κρατικοί παράγοντες, στελέχη και υπάλληλοι αντιμετωπίζουν τις υπηρεσιακές τους υποχρεώσεις, θέτοντας σε κίνδυνο τις ζωές των πολιτών. Προχειρότητα, αδιαφορία και έπαρση δεν επικρατεί μόνο στις υπηρεσίες και σώματα που απαρτίζουν το σύνολο της πολιτικής προστασίας του πολίτη, αλλά κυρίως στους πολιτικούς προϊσταμένους και τους κομματικούς μηχανισμούς, που ελέγχουν και διαχειρίζονται τις υποδομές και τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της Ελλάδος, από την γένεση του νεοελληνικού κράτους.

Οι φυσικές καταστροφές, φωτιές, πλημμύρες, σεισμοί κ.λπ θα πρέπει να αποτελούν καταστάσεις προσομοίωσης πολέμου και έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα αποτελέσματα τους δεν διαφέρουν από αυτά των πολεμικών επιχειρήσεων, θύματα και τραυματίες, οικονομική καταστροφή εκατομμυρίων, ή και δισεκατομμυρίων, ψυχολογικές επιπτώσεις στην καθημερινότητα των πολιτών και μια κουραστική διαδικασία ανασυγκρότησης και ανακατασκευής των υποδομών αποτελούν τα χαρακτηριστικά τους.

Η σοβαρότητα, ο στρατηγικός σχεδιασμός σε βάθος χρόνου και οι επενδύσεις σε υλικοτεχνικό εξοπλισμό και εκπαίδευση του έμψυχου δυναμικού, θα πρέπει να είναι καθημερινή πρακτική για μια οργανωμένη και σωστά δομημένη πολιτεία. Ξεκινώντας από τον παράγοντα έδαφος, υπέδαφος και περιβάλλοντα χώρο, ο σχεδιασμός της πολιτικής προστασίας θα πρέπει να ξεκινά με μια πλήρη λεπτομερή καταγραφή του χώρου, του οποίου καλείται να προστατεύσει.

Τα πληθυσμιακά, δημογραφικά, τοπογραφικά και άλλα χαρακτηριστικά, στην συνέχεια και η ανάλυση όλων των πιθανών κινδύνων, που η κάθε τοπική κοινωνία ενδέχεται να αντιμετωπίσει, θα συνεισφέρει στην δημιουργία ενός ολοκληρωμένου σχεδίου αντιμετώπισης καταστροφών και λοιπών κινδύνων (συμπεριλαμβανομένων και πολεμικών επιχειρήσεων) βοηθώντας έτσι, στον καλύτερο καταμερισμό των δυνάμεων και του αντίστοιχου εξοπλισμού, που θα χρειαστεί ο κρατικός μηχανισμός σε μια ειδική περίσταση, όπως αυτή της φωτιάς στο Μάτι.

Η έννοια “κρατικός μηχανισμός” αφορά πολλές διαφορετικές υπηρεσίες, δεξιότητες και γνώσεις, που πρέπει να ολοκληρωθούν σε ένα ενιαίο κέντρο επιχειρήσεων και αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων. Όλα έχουν να κάνουν με την διαχείριση της πληροφορίας, την ανάλυση της και την δράση των εκάστοτε φορέων, όπου θα έχουν την ευελιξία της ανεξάρτητης και αυτόνομης λειτουργίας, ενταγμένες όμως, στα πλαίσια ενός κοινού στρατηγικού σχεδίου πρόληψης, αποτροπής και άμεσης αντιμετώπισης, οποιασδήποτε απειλής, (φυσικής η μη), από όπου και αν προέρχεται.

Η παραπάνω διαδικασία δεν είναι σε καμία περίπτωση μια εύκολη υπόθεση. Απαιτεί σημαντικά κεφάλαια, κρατική θέληση και συνέπεια στον σχεδιασμό, καινοτομία και εκτεταμένη χρήση νέων τεχνολογιών στην πράξη. Όλοι οι μηχανισμοί της πολιτικής προστασίας,  τα σώματα ασφαλείας, αστυνομία,  πυροσβεστική, λιμενικό, στρατός, μυστικές υπηρεσίες κλπ θα πρέπει να λειτουργούν κάτω από την ομπρέλα μιας κεντρικοποιημενης υπηρεσίας προστασίας του πολίτη, κάνοντας χρήση σύγχρονων μοντέλων προσομοίωσης και αποφάσεων, διαδικασιών τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ), ανάλυσης και εφαρμογής των σχεδίων έκτακτης ανάγκης. Ο καλύτερος εξοπλισμός και η επάνδρωση των παραπάνω υπηρεσιών, με στελέχη άξια και συνεχώς εξελισσόμενα από πλευράς εκπαίδευσης και γνώσεων, θα συμβάλλουν στην επιλογή από αυτά της βέλτιστης απόφασης στην αντιμετώπιση αντίστοιχων κρίσεων.

‘’Κοινή ενέργεια’’ (Joint Operation) νοείται κάθε επιχειρησιακή δραστηριότητα δύο ή περισσότερων µελών, υπηρεσιών, κρατών κ.λπ προκειµένου να ενισχυθεί η επιτήρηση, ο έλεγχος και η κοινή δράση τους. Η διακλαδικότητα, η κοινή δράση πολλών διαφορετικών υπηρεσιών και φορέων στα πλαίσια μιας κεντρικοποιημενης υπηρεσίας ανάλυσης δεδομένων, αποφάσεων και δράσεων θα λειτουργεί αποτελεσματικά στην αποφυγή αλλά και επιτυχή αντιμετώπιση έκτακτων αποφάσεων. Για παράδειγμα, σε μια οργανωμένη πολιτεία, θα είχε ήδη από την μελέτη του περιβάλλοντος χώρου και του υπάρχοντος πολεοδομικού σχεδίου προβλεφθεί, ότι σε περίπτωση πυρκαγιάς στο Μάτι, η φωτιά θα μπορούσε να εγκλωβίσει εκατοντάδες ανθρώπους, σε ένα χώρο χωρίς την δυνατότητα διαφυγής  και λοιπών ελιγμών.

Θα είχαν προβλεφθεί να ανοιχτούν μεγάλες δίοδοι διαφυγής προς την θάλασσα. Επίσης αντιπυρικές ζώνες θα είχαν ανοιχτεί για την προστασία των οικισμών, ενώ ανιχνευτές καπνού διασκορπισμένοι στα γύρω δάση,  καθώς εικόνα και ήχος, σε πραγματικό χρόνο από drones και αισθητήρες εναέριων μέσων, θα είχαν επισημάνει άμεσα τον κίνδυνο της εξέλιξης της πυρκαγιάς, λόγω των δύσκολων καιρικών συνθηκών, ενώ αυτοματοποιημένα μηνύματα εκκένωσης της περιοχής, με την καθοδήγηση των εμπλεκομένων μονάδων της πολιτικής προστασίας, θα είχαν οδηγήσει στην έγκαιρη διαφυγή όλων των πολιτών.

 Ταυτόχρονα όλα τα σύγχρονα εναέρια μέσα, πυροσβεστικά, πλωτά και λοιπά συστήματα θα είχαν διατεθεί άμεσα, μέσω αυτοματοποιημένης διαδικασίας διαβίβασης εντολών, ενώ η τακτική εικόνα σε πραγματικό χρόνο θα έδινε την δυνατότητα στους αρμόδιους φορείς, να αντιμετωπίσουν σε μικρότερο χρόνο τα διαφορετικά επίπεδα κινδύνου και καταστάσεων, που επιφυλάσσουν αντίστοιχες καταστάσεις.

Όλα τα παραπάνω βήματα δράσης, μπορεί να φαντάζουν δύσκολα στην απόδοση και εφαρμογή τους, ή ακόμη και σενάρια επιστημονικής φαντασίας για ένα κρατικό μηχανισμό που θέτει σε δεύτερη μοίρα τις ζωές και την ποιότητα διαβίωσης των πολιτών του. Μια κομματική μηχανή σχεδιάζει με γνώμονα τα έτη διακυβέρνησης της, στα πλαίσια κατασπατάλησης του δημοσίου χρήματος και επιβράβευσης των δικών της πολιτικών παιδιών και μηχανισμών. Χωρίς την ύπαρξη στρατηγικού σχεδιασμού και χρήση όλων των μέσων δημιουργίας ενός αποτελεσματικού συστήματος πολιτικής προστασίας, τρομάζουμε στην σκέψη και μόνο αντιμετώπισης της επόμενης φυσικής καταστροφής, ή πόσο μάλλον στην περίπτωση μιας πολεμικής σύγκρουσης και στην ανάγκη αντιμετώπισης σύγχρονων υβριδικών απειλών, (κυβερνοπόλεμος, drones, περιφερόμενα πυρομαχικά, ηλεκτρονικός πόλεμος, ψυχολογικές επιχειρήσεις, εκτεταμένες φυσικές καταστροφές κ.λπ.).

Όσο αφήνουμε τις ζωές και το μέλλον μας, το δικό μας και των παιδιών μας σε οργανωμένες συντεχνιακές και συνεργαζόμενες ομάδες, με πολιτικό και οικονομικό μανδύα, και με ατζέντα απέναντι στον άνθρωπο και την πραγματική δημιουργία, θα είμαστε δέσμιοι των καταστροφικών συνεπειών και αποτελεσμάτων των επιλογών μας.