Γράφει ο Δημήτρης Αλαμπάνος
Η πρόσφατη καταδίκη πανεπιστημιακού γιατρού στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για δωροληψία κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα, έρχεται να θυμίσει με τρόπο σκληρό ότι το φαινόμενο «φακελάκι στον γιατρό» παραμένει ζωντανό μέσα στα δημόσια νοσοκομεία. Ο συγκεκριμένος καρδιολόγος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, εισέπραττε αθέμιτα ωφελήματα που έφταναν ακόμη και τις 5.000 ευρώ για χειρουργικές επεμβάσεις, καταστρατηγώντας λίστες αναμονής και αξιοποιώντας τις αδυναμίες του συστήματος.
Η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα έχουν ξεφύγει στον τομέα της υγείας, εδώ και δεκαετίες. Τα προβλήματα φυσικά δεν περιορίζονται μόνο στα φακελάκια. Ξεκινούν από τις ανεπαρκείς εγκαταστάσεις, τα παλιά και συχνά ελαττωματικά ασθενοφόρα, την έλλειψη σύγχρονου ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, την τεράστια αναμονή για μια εξέταση ή μια επέμβαση, αλλά και τις χρόνιες ελλείψεις σε γιατρούς και νοσηλευτές. Στην πραγματικότητα, οι πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σύστημα που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους.
Αξίζει να θυμηθούμε ότι τα «φακελάκια» δεν ξεκίνησαν ως απαίτηση των γιατρών. Στο παρελθόν, πολλοί ασθενείς ή συγγενείς τους προσέφεραν χρήματα και δώρα με ευχαρίστηση και ευγνωμοσύνη μετά από μια δύσκολη, επιτυχημένη ιατρική επέμβαση. Οι περισσότεροι γιατροί τότε τα απέρριπταν, γνωρίζοντας ότι η πρακτική αυτή είναι παράνομη και καταγεγραμμένη στον Ποινικό Κώδικα ως «δωροδοκία». Με τον καιρό όμως, η ισορροπία αντιστράφηκε: από πράξη ευγνωμοσύνης, το «φακελάκι» έγινε απαίτηση και προϋπόθεση για ταχύτερη ή καλύτερη περίθαλψη, τις περισσότερες φορές με πρωτοβουλία των ίδιων των γιατρών.
Έτσι, φτάσαμε στο παράδοξο: ενώ ο Έλληνας πολίτης πληρώνει κάθε μήνα εισφορές για την ασφάλισή του, η οποία καλύπτει και την ιατρική περίθαλψη, καλείται συχνά να δώσει και παραπάνω χρήματα, για να έχει την πρόσβαση που δικαιούται. Αυτή η παρανομία αποτελεί, όχι μόνο κοινωνική αδικία, αλλά και ευθεία παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του πολίτη.
Σε έναν τόσο κρίσιμο τομέα της Πολιτείας, όπως η υγεία, θα έπρεπε όλα να λειτουργούν με απόλυτη συνέπεια και αποτελεσματικότητα. Αντί, όμως, να βλέπουμε ουσιαστικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες για την αναβάθμιση των υποδομών, την επαρκή στελέχωση, την αξιοκρατία και τον αυστηρό έλεγχο, παρακολουθούμε μια διαχρονική αδράνεια που αγγίζει τα όρια της αδιαφορίας. Το αποτέλεσμα είναι η παγίωση μιας παράνομης και εξευτελιστικής πρακτικής, η οποία υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών και τραυματίζει βαθιά το κύρος του δημόσιου συστήματος υγείας.
Η υπόθεση του καρδιολόγου της Θεσσαλονίκης, δεν είναι απλώς ένα μεμονωμένο σκάνδαλο. Είναι καθρέφτης ενός συστήματος που χρειάζεται ριζική αναμόρφωση, με κανόνες, διαφάνεια και αποφασιστικότητα απέναντι σε κάθε μορφή διαφθοράς.
Είναι απαράδεκτο σε έναν τόσο κρίσιμο τομέα, όπου παίζονται ανθρώπινες ζωές, να απαιτούνται επιπλέον πληρωμές κάτω από το τραπέζι. Η πολιτεία οφείλει να θωρακίσει το σύστημα, να στηρίξει οικονομικά και θεσμικά τους έντιμους γιατρούς και να απομονώσει παραδειγματικά, όσους καταπατούν τόσο το νόμο, όσο και τον Όρκο του Ιπποκράτη που έδωσαν.
Η υγεία, δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα, καθώς αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα και θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι στους πολίτες της. Αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για αλλαγή, δεν αρκεί η περιστασιακή καταδίκη κάποιων γιατρών που ενέδωσαν στη διαφθορά. Απαιτούνται γενναίες και στοχευμένες παρεμβάσεις, ένα συνολικό σχέδιο που θα αναβαθμίσει το δημόσιο σύστημα υγείας και δε θα αφήνει περιθώρια για τέτοια απαράδεκτα φαινόμενα.
Η Πολιτεία οφείλει να επενδύσει σε σύγχρονες νοσοκομειακές εγκαταστάσεις που θα προσφέρουν ανθρώπινες συνθήκες νοσηλείας, με σεβασμό στην προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια κάθε ασθενή. Οι υποδομές, δεν μπορεί να είναι ετοιμόρροπες, ούτε να επιβαρύνουν την υγεία όσων καλούνται να θεραπεύσουν.
Παράλληλα, η επάρκεια προσωπικού αποτελεί προϋπόθεση για ένα αξιόπιστο και δίκαιο σύστημα. Οι γιατροί, οι νοσηλευτές και το υποστηρικτικό προσωπικό πρέπει να εργάζονται με αξιοπρέπεια, να αμείβονται δίκαια και να λειτουργούν μέσα σε συνθήκες που τους επιτρέπουν να υπηρετούν τον ασθενή, χωρίς να μπαίνουν στον πειρασμό της παρανομίας.
Το νοσοκομείο δεν είναι μόνο χώρος θεραπείας, αλλά και ψυχολογικής στήριξης. Το περιβάλλον του, πρέπει να προάγει την υγεία, να είναι καθαρό, φωτεινό, λειτουργικό και αισθητικά άρτιο, ώστε να ενισχύει την ανάρρωση και την εμπιστοσύνη των πολιτών στο δημόσιο σύστημα.
Επιπλέον, η δημιουργία υπερσύγχρονων μονάδων παραγωγής φαρμάκων υπό κρατική μέριμνα και επίβλεψη, μπορεί να μειώσει την εξάρτηση από τα ιδιωτικά μονοπώλια, να περιορίσει το κόστος και να διασφαλίσει την καθολική πρόσβαση σε ποιοτικές θεραπείες.
Τέτοιες πρωτοβουλίες δεν είναι πολυτέλεια, αλλά επιτακτική ανάγκη. Η υγεία είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και δεν μπορεί να εξαρτάται από «φακελάκια» ή συναλλαγές κάτω από το τραπέζι. Είναι ο τομέας όπου η Πολιτεία οφείλει να αποδείξει έμπρακτα τον σεβασμό της προς τον πολίτη, όχι με λόγια, αλλά με πράξεις, με ουσιαστικές πολιτικές που τοποθετούν τον άνθρωπο στο επίκεντρο. Γιατί η υγεία, είναι ο καθρέφτης του πολιτισμού ενός έθνους και το μέτρο του σεβασμού που δείχνει η εκάστοτε πολιτεία προς την ίδια τη ζωή.
Ο Όρκος του Ιπποκράτη, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια τυπική αναφορά στο παρελθόν, αλλά πρέπει να αποτελεί ζωντανό οδηγό, ηθικό φάρο και διαρκή υπενθύμιση της αποστολής κάθε λειτουργού της ιατρικής. Η ευθύνη για τη διατήρησή του, δε βαραίνει μόνο τους γιατρούς, αλλά και την ίδια την Πολιτεία, που οφείλει να δημιουργεί τις συνθήκες, μέσα στις οποίες ο όρκος αυτός μπορεί να τηρείται με τέτοιο τρόπο, ώστε το σύστημα υγείας να υπηρετεί πραγματικά τον άνθρωπο κι όχι να τον εμπορεύεται.
