Η σύλληψη του Ιρακινού στην Αθήνα υπενθυμίζει την αποτυχία της μεταναστευτικής πολιτικής


Γράφει ο Δημήτρης Αλαμπάνος

Η πρόσφατη είδηση για τη νέα σύλληψη του 19χρονου Ιρακινού, ο οποίος είχε επιτεθεί σε μηχανοδηγό του μετρό και στη συνέχεια αρνήθηκε να συνεργαστεί σε αστυνομικό έλεγχο, επαναφέρει με έντονο τρόπο στο προσκήνιο ένα ζήτημα που ταλανίζει τη χώρα εδώ και χρόνια: Τη διαχείριση του μεταναστευτικού και την αδυναμία του κράτους να διασφαλίσει την επαρκή ασφάλεια των πολιτών του.

Ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι. Η ανεξέλεγκτη παράνομη είσοδος υποτιθέμενων προσφύγων, οι οποίοι αποδεδειγμένα στην πλειοψηφία τους είναι λαθρομετανάστες χειρίστης ποιότητας, αποτελεί πλέον διαχρονικό πρόβλημα, για το οποίο φέρουν ευθύνη οι κυβερνήσεις των δύο τελευταίων δεκαετιών. Παρά τις προειδοποιήσεις και τα συνεχή περιστατικά, η ενίσχυση του Λιμενικού Σώματος και των συνοριοφυλάκων δεν υπήρξε ποτέ προτεραιότητα στον βαθμό που θα έπρεπε. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: Η χώρα μετατρέπεται σε σημείο εισόδου για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, χωρίς επαρκή έλεγχο και χωρίς ξεκάθαρη πολιτική στρατηγική.

Το οξύμωρο είναι πως οι περισσότεροι από αυτούς θέλουν να μεταναστεύσουν σε χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, όμως η δέσμευση του Ελληνικού κράτους με την υπογραφή διεθνών συμφωνιών και ψηφισμάτων, έχει ως αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό τους εντός της χώρας και την ανεξέλεγκτη δράση τους, με τραγικές συνέπειες για την ποιότητα ζωής των Ελλήνων πολιτών.

Η ασφάλεια του Έλληνα πολίτη όμως, δεν μπορεί να είναι θέμα τύχης, ούτε παιχνίδι πολιτικής σκοπιμότητας. Αντίθετα, η προστασία των πολιτών από οποιοδήποτε εξωτερικό κίνδυνο αποτελεί βασική υποχρέωση μιας ευνομούμενης πολιτείας. Παράλληλα, αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας να διαχειρίζεται με σεβασμό και αξιοπρέπεια όσους πραγματικά δικαιούνται διεθνούς προστασίας.

Όμως, η συστηματική – και σίγουρα όχι τυχαία – απουσία ουσιαστικού ελέγχου και ταυτοποίησης των παράνομα εισερχομένων στη χώρα, οδηγεί σε μαζική και αδιάκριτη κατηγοριοποίηση όλων με την ιδιότητα του πρόσφυγα. Έτσι, οι περισσότεροι από αυτούς, αφού εισέλθουν αρχικά σε ένα καθεστώς ασύλου, στη συνέχεια αποκτούν με διαδικασίες εξπρές την ελληνική ιθαγένεια. Αυτό σε συνδυασμό με την διαρκή παραβατικότητα στη συμπεριφορά τους, διογκώνει το πρόβλημα, το οποίο παύει να είναι μόνο κοινωνικό και μετατρέπεται σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας και εθνικής συνοχής.

Το πρόβλημα φυσικά δε γεννήθηκε σήμερα. Εδώ και πολλά χρόνια, η χώρα έχει μετατραπεί σε ένα θολό τοπίο, όπου η διάκριση ανάμεσα σε πρόσφυγα και λαθρομετανάστη συχνά χάνεται. Αυτή η σύγχυση, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική μας θέση και τις διεθνείς πιέσεις, δημιούργησε ένα περιβάλλον δύσκολο να ελεγχθεί, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να σηκώνει δυσανάλογο βάρος.

Η αλήθεια είναι πως έστω και καθυστερημένα, η σημερινή κυβέρνηση έκανε ένα δειλό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή, με το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, με τίτλο «Αναμόρφωση πλαισίου και διαδικασιών επιστροφών πολιτών τρίτων χωρών». Παρ’ όλα αυτά, η πραγματικότητα σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια δείχνει ότι τα νούμερα των παράνομων μεταναστών εξακολουθούν να είναι υψηλά, ξεπερνώντας τα όρια της λογικής και των δυνατοτήτων υποδοχής της Ελλάδας.

Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι μια σταθερή, μακροπρόθεσμη πολιτική, που να συνδυάζει αυστηρή φύλαξη συνόρων, διαφάνεια στις διαδικασίες ασύλου και πραγματική μέριμνα για την ασφάλεια των πολιτών. Η ευθύνη δεν ανήκει μόνο σε μία κυβέρνηση. Η ευθύνη είναι συλλογική και απαιτεί πολιτική βούληση, συνεργασία και συνέπεια.

Αν κάτι δείχνει η υπόθεση του 19χρονου, είναι ότι η ανοχή και η αδράνεια έχουν πλέον εξαντληθεί. Ο Έλληνας πολίτης έχει δικαίωμα να ζει με ασφάλεια, και το κράτος έχει υποχρέωση να του την εξασφαλίσει στην πράξη.

Για να μπορέσει όμως το κράτος να λειτουργήσει με ρυθμό, συνέπεια και ασφάλεια, χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης, που θα στηρίζεται σε πραγματικές δυνατότητες και όχι σε ευχολόγια. Η πρώτη και πιο ουσιαστική προϋπόθεση είναι η ενίσχυση των μηχανισμών φύλαξης συνόρων, τόσο σε επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού όσο και τεχνολογικού εξοπλισμού.

Το Λιμενικό Σώμα, που σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος της θαλάσσιας επιτήρησης, πρέπει να αποκτήσει όλα τα απαραίτητα μέσα, για να επιτελεί αποτελεσματικά το έργο του. Η θωράκιση των θαλασσίων συνόρων με σύγχρονα σκάφη, μέσα επιτήρησης και συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, αποτελεί προϋπόθεση για την αποτροπή παράνομων εισόδων και τη διασφάλιση της ανθρώπινης ζωής. Παράλληλα, απαιτείται η συνεχής εκπαίδευση και στελέχωση των υπηρεσιών με ικανό προσωπικό, ώστε να αντιμετωπίζονται με επάρκεια τα φαινόμενα λαθρομετανάστευσης και λαθρεμπορίου.

Το ίδιο ισχύει και για τις Ένοπλες Δυνάμεις και τις Υπηρεσίες Ασφαλείας, που οφείλουν να λειτουργούν συντονισμένα με τις δυνάμεις συνοριοφυλακής. Η επάνδρωση των χερσαίων και νησιωτικών συνόρων με υπερσύγχρονες μονάδες παρακολούθησης, drones, αισθητήρες και μέσα άμεσης επέμβασης μπορεί να προσφέρει ουσιαστικό έλεγχο και πρόληψη.

Παράλληλα, απαιτείται σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε όσους πραγματικά χρήζουν διεθνούς προστασίας και σε όσους εισέρχονται παράνομα για άλλους λόγους. Οι διαδικασίες ταυτοποίησης και ασύλου πρέπει να γίνονται με ταχύτητα, αλλά και με αυστηρά κριτήρια, ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα κατάχρησης.

Η Ελλάδα οφείλει να ασκήσει επιτέλους σταθερή μεταναστευτική πολιτική που να προστατεύει τα σύνορά της, να στηρίζει τις τοπικές κοινωνίες που δοκιμάζονται και να αποκαθιστά την αίσθηση ασφάλειας των πολιτών. Μόνο έτσι θα μπορέσει να επιτύχει την ομαλή λειτουργία του κράτους και την πραγματική ισορροπία ανάμεσα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ασφάλεια. Δύο παράμετροι που οφείλουν να συνυπάρχουν και ποτέ να μην αλληλοαναιρούνται.


Visited 76 times, 1 visit(s) today

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *