Γράφει ο Δημήτρης Αλαμπάνος
Το ελαιόλαδο, προϊόν – σύμβολο της Ελλάδας και θεμέλιο της μεσογειακής διατροφής, έχει πάψει να είναι αυτονόητο αγαθό για τον Έλληνα καταναλωτή. Σε μια χώρα που παράγει από τα ποιοτικότερα ελαιόλαδα παγκοσμίως, το βασικό αυτό προϊόν έχει μετατραπεί σε είδος πολυτελείας, επιβαρύνοντας πάρα πολύ τα νοικοκυριά και αποκαλύπτοντας τις βαθιές πληγές της ελληνικής αγοράς.
Στη χώρα όπου από αρχαιοτάτων χρόνων η ελιά ήταν και παραμένει σύμβολο ζωής, ειρήνης και ευημερίας, οι ίδιοι οι πολίτες αναγκάζονται να αγοράζουν το παράγωγο προϊόν της, το ελαιόλαδο, σε εξωφρενικές τιμές. Πρόκειται για ένα οξύμωρο φαινόμενο που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε από τις διεθνείς συγκυρίες, ούτε από το κόστος παραγωγής.
Αντί να προωθούμε και να στηρίζουμε στην εγχώρια αγορά το δικό μας προϊόν, φτάσαμε στο σημείο να εισάγουμε ελαιόλαδο από άλλες χώρες. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, το εισαγόμενο είναι φθηνότερο από το ελληνικό στο ράφι των σούπερ μάρκετ. Και αυτό συμβαίνει χωρίς οι Έλληνες παραγωγοί να πωλούν το προϊόν τους σε αντίστοιχα υψηλές τιμές.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Για το 2026, η τιμή πώλησης από τον παραγωγό στη Λακωνία κυμαίνεται από 4,40 έως 5,30 ευρώ το λίτρο. Σε άλλες βασικές ελαιοπαραγωγικές περιοχές, όπως η Κρήτη και η Μεσσηνία, οι τιμές κινούνται μεταξύ 4 και 5 ευρώ. Παρά τη σαφή αυτή μείωση της τιμής παραγωγού, η πτώση δεν αποτυπώνεται ούτε ποσοτικά, αλλά ούτε και χρονικά στη λιανική αγορά.
Το χάσμα ανάμεσα στην τιμή από το χωράφι στο ράφι, παραμένει τεράστιο. Ο καταναλωτής συνεχίζει να πληρώνει τιμές που δεν αντανακλούν την πραγματική εικόνα της παραγωγής, ενώ ο παραγωγός εξακολουθεί να πιέζεται οικονομικά, χωρίς να αποκομίζει την υπεραξία που δικαιούται. Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα επιζήμιο. Οι πολίτες στρέφονται αναγκαστικά σε εισαγόμενα προϊόντα, κι έτσι, οι παραγωγοί που ταυτόχρονα είναι καταναλωτές άλλων προϊόντων και αγορών, δε διαθέτουν επαρκές εισόδημα για να καταναλώσουν. Με αυτό τον τρόπο, δημιουργείται και αναπαράγεται ένας φαύλος κύκλος που δυσχεραίνει την ελληνική αγορά.
Το χάσμα αυτό ανάμεσα στην τιμή που πουλάει ο παραγωγός και στην τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής, δεν είναι καθόλου τυχαίο. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών που διαμορφώθηκαν διαχρονικά στην ελληνική αγορά ελαιόλαδου με την ανέχεια όλων των κυβερνήσεων.
Η μαζική διάθεση ελαιόλαδου σε χύμα μορφή, στερεί από τον παραγωγό τη δυνατότητα να καρπωθεί την υπεραξία της τυποποίησης και της εμπορικής ταυτότητας. Έτσι, ένα σημαντικό μέρος του ελληνικού ελαιόλαδου εξέρχεται από τα ελαιοτριβεία χύμα, χωρίς ετικέτα, χωρίς πιστοποίηση και χωρίς σαφή ελληνική εμπορική ταυτότητα. Στη συνέχεια, τυποποιείται στο εξωτερικό και επανεισάγεται στην αγορά ως «ξένο» προϊόν, δημιουργώντας πολλαπλάσια προστιθέμενη αξία για τους μεσάζοντες, εις βάρος τόσο των παραγωγών όσο και των καταναλωτών.
Ταυτόχρονα, οι πολλοί ενδιάμεσοι (μεσίτες, έμποροι, διακινητές, τυποποιητές και μεγάλες αλυσίδες) ανεβάζουν την τελική τιμή, χωρίς το όφελος να φτάνει ούτε στον παραγωγό, ούτε στον καταναλωτή. Έτσι, η δύναμη της αγοράς συγκεντρώνεται σε λίγους, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνθήκες ολιγοπωλίου.
Επιπλέον, οι μεγάλες αλυσίδες λιανικής διαμορφώνουν πολιτικές τιμολόγησης που ευνοούν προϊόντα με ισχυρή εμπορική παρουσία και υψηλά περιθώρια κέρδους, αποκλείοντας ή περιορίζοντας την πρόσβαση μικρών και μεσαίων ελληνικών παραγωγών στα ράφια.
Καθοριστικό ρόλο εδώ παίζει και η έλλειψη ουσιαστικών και συνεχών ελέγχων σε όλη την αλυσίδα διακίνησης. Από την προέλευση και την αποθήκευση έως την τυποποίηση και τη διάθεση, οι ανεπαρκείς μηχανισμοί εποπτείας επιτρέπουν φαινόμενα αδιαφάνειας, στρέβλωσης τιμών και αλλοίωσης της πραγματικής εικόνας της αγοράς.
Τέλος, η απουσία μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής για το ελαιόλαδο, αφήνει το προϊόν εκτεθειμένο στις πιέσεις της αγοράς και στις διεθνείς διακυμάνσεις. Χωρίς σχεδιασμό για τη σωστή παραγωγή, την τυποποίηση, τη μεταποίηση και τη δίκαιη διανομή της υπεραξίας, το ελληνικό ελαιόλαδο παραμένει προϊόν υψηλής ποιότητας, αλλά χαμηλής εθνικής απόδοσης.
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η ανάγκη για μια διαφορετική στρατηγική προσέγγιση στη γεωργία και την κτηνοτροφία, που να θέτει στο επίκεντρο την πρωτογενή παραγωγή, καθίσταται επιτακτική. Μια προσέγγιση με έμφαση στη χρήση παραδοσιακών ελληνικών σπόρων και στην αξιοποίηση των τοπικών ποικιλιών, έτσι ώστε η παραγωγή να παραμένει ποιοτική, βιώσιμη και πάνω από όλα γνήσια ελληνική.
Με ιδιαίτερα στοχευμένα προγράμματα, ένα σημαντικό μέρος της γεωργικής παραγωγής μπορεί να καλύπτει τις διατροφικές ανάγκες της χώρας, περιορίζοντας την εξάρτηση από εισαγωγές και ενισχύοντας την απαραίτητη αυτάρκεια και αυτονομία. Η συστηματική αναγνώριση και αξιοποίηση όχι μόνο της ελιάς, αλλά όλων των φυτών της ελληνικής χλωρίδας και των παραγώγων τους, μπορεί να προσδώσει πρόσθετη αξία στον φυσικό πλούτο της χώρας.
Παράλληλα, η ενίσχυση της βιομηχανικής μεταποίησης και της τυποποίησης των γεωργικών προϊόντων, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα, ώστε η υπεραξία να παραμένει στην Ελλάδα και να μην μεταφέρεται σε τρίτες χώρες μέσω ξένων εμπορικών ταυτοτήτων μειώνοντας δραματικά το εμπορικό μας ισοζύγιο. Εξίσου σημαντικός είναι ο επανασχεδιασμός της σχέσης παραγωγής, μεταφοράς, αποθήκευσης, διάθεσης και εξαγωγών, με στόχο την αμεσότητα ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή, την ανάπτυξη υγιούς ανταγωνισμού και τη μείωση της τελικής τιμής στο ράφι.
Όλα τα παραπάνω, προϋποθέτουν αυστηρή και ουσιαστική εποπτεία σε κάθε στάδιο της διακίνησης, ώστε να τηρούνται οι ποιοτικές προδιαγραφές, να προστατεύονται οι παραγωγοί από αθέμιτες πρακτικές και οι καταναλωτές να έχουν πρόσβαση σε ελληνικό ελαιόλαδο υψηλής ποιότητας.
Σε αυτή την κατεύθυνση κινούνται και οι προγραμματικές θέσεις της Ελλήνων Συνέλευσις, οι οποίες δίνουν έμφαση στην ενίσχυση της πρωτογενούς παραγωγής, στην αυτάρκεια, στη μεταποίηση και στη δίκαιη λειτουργία της αγοράς. Μέσα από μια τέτοια συνολική προσέγγιση, το ελληνικό ελαιόλαδο μπορεί και πρέπει να ξαναγίνει προσιτό αγαθό για όλους τους πολίτες, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην ενίσχυση της εθνικής οικονομίας και στη διατήρηση της ιστορικής και πολιτισμικής του αξίας.
