Γράφει η Τυρώ
Η νύχτα της 30ής προς 31η Ιανουαρίου 1996 δεν ήταν απλώς μια ελληνοτουρκική Κρίση. Ήταν μια Εθνική δοκιμασία που αποκάλυψε με τον πιο σκληρό τρόπο την Ανευθυνότητα, την Αδράνεια και τη Συγκαλυμμένη εγκατάλειψη της πατρίδας από την Πολιτική της ηγεσία. Τα Ίμια δεν ήταν δύο βράχοι· ήταν Ελληνικό έδαφος. Και εκείνη τη νύχτα, στην Ελλάδα δεν άφησαν το περιθώριο να υπερασπιστεί τον εαυτό της.
Το ΚΥΣΕΑ δε συνεδρίασε στο Υπουργείο Άμυνας, όπως όφειλε σε συνθήκες πολεμικού συναγερμού, αλλά στη Βουλή. Ένα λάθος που αποδείχθηκε εγκληματικό, με τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας και τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ να βρίσκονται μακριά από το Κέντρο Επιχειρήσεων (ΚΕΠΙΧ), χωρίς άμεση εικόνα της κατάστασης του πεδίου. Την ίδια ώρα, ο Υπουργός Εξωτερικών εμφανιζόταν σε τηλεοπτικά κανάλια, μιλώντας σα να μην εξελισσόταν η σοβαρότερη Εθνική κρίση των τελευταίων δεκαετιών.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι ο Διοικητής της ΕΥΠ, δεν έγινε ποτέ δεκτός από τον Πρωθυπουργό. Είχε στα χέρια του κρίσιμη πληροφορία, πως οι Τούρκοι ετοιμάζονταν να αποβιβαστούν στη μη – επανδρωμένη ελληνική βραχονησίδα, τουλάχιστον μία ώρα πριν συμβεί. Αντί να ακουστεί, περίμενε στον διάδρομο και στη συνέχεια τον παρέπεμψαν αλλού. Η πληροφορία δεν έφτασε ποτέ εκεί που έπρεπε και η απόβαση ήταν πια γεγονός.
Ενώ η ευθύνη των βραχονησίδων ανήκε στην ΑΣΔΕΝ (Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση Εσωτερικού και Νήσων), ο Στρατός Ξηράς αδρανοποιήθηκε με πολιτική απόφαση, στερούμενος κάθε δυνατότητας αντίδρασης. Υπήρχαν Καταδρομείς, υπήρχαν Ελικόπτερα, υπήρχε Ετοιμότητα, μόνο η εντολή δε δόθηκε.
Στις Ελληνικές δυνάμεις δε δόθηκε διαταγή να επανδρώσουν και τις δυο βραχονησίδες, αλλά μόνο τη μία και είναι μια απόφαση η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί στρατιωτικά. Η ένταση είχε ήδη φτάσει στα ύψη και το επιχείρημα ότι “δε θέλαμε να προκαλέσουμε” δε στέκει, αφού στην περιοχή υπήρχαν δεκάδες πολεμικά πλοία. Έτσι, με τη δεύτερη Ίμια να μην φυλάσσεται, αφέθηκε ανοιχτός ο δρόμος στους Τούρκους να την καταλάβουν.
Μια ακόμη πιο υπονομευτική πτυχή της υπόθεσης, αφορά τον βοσκό που φύλαγε τη βραχονησίδα, και ο οποίος λάμβανε μόλις 6.000 ευρώ για την μεταφορά των ζώων του εκεί, διατηρώντας έτσι την ελληνική παρουσία, αφού σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας (Άρθρο 121 UNCLOS), οι κατοικήσιμες βραχονησίδες διατηρούν πλήρη δικαιώματα ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Η εγκατάλειψη της βραχονησίδας που είχε ζωή, ισοδυναμεί με παραχώρηση ελληνικού εδάφους, έστω κι αν είναι μικρό.
Και ενώ οι Τούρκοι πατούσαν ελληνικό έδαφος, οι πολιτικοί το έλεγαν “ναυτικό επεισόδιο” και με την αδράνειά τους, παρέδωσαν κομμάτι της πατρίδας, προδίδοντας στρατιώτες, αξιωματικούς και το ίδιο το Έθνος, ενώ εξελισσόταν ξεκάθαρα η παραβίαση της Εθνικής μας Κυριαρχίας.
Η Ελλάδα όμως, δεν προχώρησε ούτε σε επιθετικό αντιπερισπασμό, παρότι υπήρχαν αφύλακτες τουρκικές βραχονησίδες στο Αιγαίο. Ίσως με ένα τέτοιο βήμα, να δημιουργούσε ισορροπία και μία πραγματική διαπραγμάτευση. Δεν έγινε τίποτα, αντιθέτως, οι Έλληνες υπουργοί μιλούσαν με υφυπουργούς των ΗΠΑ, ενώ η Τουρκία συνομιλούσε απευθείας με τον Πρόεδρο Κλίντον, με αποτέλεσμα χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο Κλίντον να περιγράφει το επεισόδιο γελώντας και μιλώντας για έναν βράχο με μια κατσίκα. Αυτή ήταν η εικόνα της Ελλάδας που εξέπεμψε η τότε πολιτική ηγεσία.
Και μέσα σε όλα αυτά, τρεις Έλληνες αξιωματικοί έπεσαν. Ο Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο Παναγιώτης Βλαχάκος και ο Έκτορας Γιαλοψός, επισήμως «χάθηκαν σε πτώση ελικοπτέρου». Όμως, η ιστορία δεν τελείωσε εκεί. Ο γιος του Χριστόδουλου Καραθανάση κατέθεσε δημόσια μια μαρτυρία που ραγίζει καρδιές και γεννά αμείλικτα ερωτήματα:
«Γιατί η μητέρα μου και ο παππούς μου είδαν μόνο το κεφάλι του; Γιατί δεν μας άφησαν να δούμε το σώμα; Γιατί η στολή του, που έχουμε στο σπίτι, έχει τρύπες και κηλίδες αίματος; Ο παππούς μου τότε φώναζε ότι το παιδί του «δεν πνίγηκε». Και καταλήγει: «Η υπόθεση συγκαλύφθηκε. Το μόνο που ζητάω, είναι η αλήθεια».
Αυτά δεν είναι θεωρίες. Είναι δημόσιες μαρτυρίες, που ποτέ δεν απαντήθηκαν.
Τα Ίμια δεν ήταν ατύχημα. Ήταν αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Ήταν η στιγμή που η Ελλάδα είχε στρατό έτοιμο, πληροφορίες έγκυρες και το δίκαιο με το μέρος της, αλλά δεν είχε ηγεσία αντάξια των περιστάσεων. Και το χειρότερο, κανείς δε λογοδότησε.
Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, ένα χρόνο μετά, το 1997, η πολιτική ηγεσία ολοκλήρωσε αυτό που ξεκίνησε στα Ίμια. Με τη Συμφωνία της Μαδρίτης, που υπέγραψε ο Κώστας Σημίτης με τον Τούρκο Πρωθυπουργό, η Ελλάδα αποδέχτηκε για πρώτη φορά επίσημα την ύπαρξη Ζωτικών Συμφερόντων της Τουρκίας στο Αιγαίο. Μια διατύπωση εσκεμμένα ασαφής, που άφησε ανοιχτό τον δρόμο στη θεωρία των Γκρίζων Ζωνών, νομιμοποιώντας έτσι πολιτικά όσα στρατιωτικά δεν κατάφερε η Τουρκία στα Ίμια.
Η Συμφωνία της Μαδρίτης δεν προστάτευσε την ειρήνη. Περιόρισε την Ελληνική Κυριαρχία, δέσμευσε τη χώρα να μην προχωρά σε μονομερείς ενέργειες, δηλαδή να μην υπερασπίζεται έμπρακτα τα κυριαρχικά της δικαιώματα και έδωσε στην Άγκυρα διπλωματικό όπλο για να αμφισβητεί ελληνικό έδαφος μέχρι σήμερα.
Τα Ίμια δεν ήταν λοιπόν ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Ήταν ο πρόλογος, και η Συμφωνία της Μαδρίτης ήταν η επιβεβαίωση. Η ατιμωρησία δε, όσων υπέγραψαν και αποφάσισαν, είναι η μεγαλύτερη πληγή, αν όχι προδοσία.
Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, δεν έχουμε το δικαίωμα να σωπαίνουμε, έχουμε το χρέος να θυμόμαστε γιατί όταν μια χώρα ξεχνά, αφήνει την ιστορία να επαναληφθεί και τις ίδιες προδοσίες να ξαναγίνουν. Η ιστορία το έχει αποδείξει. Η Εθνική κυριαρχία δεν χάνεται μόνο με πόλεμο. Χάνεται όταν οι κυβερνήσεις παραδίδουν με Υπογραφές, αυτά, που οι στρατιώτες από τα βάθη του χρόνου κράτησαν με αίμα.
