Μαδρίτη 1997: Το χαρτί που άνοιξε την πόρτα στην αμφισβήτηση του Αιγαίου


Γράφει η Τυρώ

Η Συμφωνία της Μαδρίτης του 1997, δεν ήταν απλώς μια κακή στιγμή στη διπλωματία μας. Ήταν κάτι πολύ πιο σοβαρό. Ήταν ένα σημείο καμπής, όπου φάνηκε καθαρά μια στρατηγική που η Τουρκία ακολουθεί εδώ και δεκαετίες, ροκανίζοντας λίγο – λίγο, τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας. Από το casus belli μέχρι σήμερα, ο στόχος δεν άλλαξε ποτέ. Αυτό που άλλαξε, ήταν ο τρόπος. Λιγότερο ωμές απειλές, περισσότερα χαμόγελα, περισσότερες συμφωνίες. Και η Συμφωνία της Μαδρίτης έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτό.

Μας μίλησαν τότε για ειρήνη και καλή γειτονία. Ακούγεται ωραίο, ποιος δεν το θέλει; Όμως, στην πράξη τίποτα δεν άλλαξε. Οι παραβιάσεις συνεχίστηκαν, οι υπερπτήσεις έγιναν καθημερινότητα και οι απειλές δε σταμάτησαν ποτέ. Η Τουρκία απλώς φόρεσε ένα πιο ήπιο προσωπείο προς τα έξω, ενώ κράτησε όλα τα εργαλεία πίεσης στη θέση τους. Κι εμείς, αντί να συζητάμε με πράξεις και όχι με λόγια, μάθαμε να μιλάμε χαμηλόφωνα, σα να φοβόμαστε μήπως ενοχλήσουμε.

Το πιο ανησυχητικό, όμως τότε, ήταν κάτι βαθύτερο. Για πρώτη φορά, σε κοινό κείμενο με την Τουρκία, η έννοια της κυριαρχίας έπαψε να παρουσιάζεται ως κάτι ξεκάθαρο και αδιαπραγμάτευτο. Μπήκαν μέσα αόριστες έννοιες, ανησυχίες, γκρίζες λέξεις. Και κάπως έτσι, άρχισε να περνά η ιδέα ότι στο Αιγαίο τίποτα δεν είναι απολύτως δεδομένο, ότι όλα μπορούν να συζητηθούν, αν υπάρχει πίεση.

Μίλησαν για σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο, του οποίου ο σκοπός είναι να ρυθμίζει τις διακρατικές σχέσεις, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις συνθήκες, το ανθρωπιστικό δίκαιο και την ειρήνη. Αλλά απέφυγαν να μιλήσουν για το πιο βασικό, το Δίκαιο της Θάλασσας. Αυτό είναι που λέει καθαρά ποιος δικαιούται τι στη θάλασσα, ποια είναι τα χωρικά ύδατα, η ΑΟΖ, η υφαλοκρηπίδα, ποιος μπορεί να ψαρεύει, να ερευνά, να πλέει, και πώς να λύνονται οι διαφορές. Δεν πρόκειται για τυχαίο σφάλμα. Η συζήτηση άφησε πίσω της την ουσία και το καθαρό έδαφος των νόμων και βρέθηκε σε ένα θολό πεδίο, όπου μετράει περισσότερο ποιος πιέζει και ποιος φοβίζει, παρά το τι λέει το ίδιο το Δίκαιο της Θάλασσας.

Μας είπαν επίσης ότι δεσμεύονται να μην απειλούν με πόλεμο. Την ίδια ώρα, όμως, το casus belli παρέμεινε κανονικά στη θέση του. Οι στρατιωτικές ασκήσεις συνεχίστηκαν. Η απειλή πολέμου δεν έφυγε ποτέ από το τραπέζι. Και τελικά, δε χρειαζόταν να γίνει πόλεμος. Αρκούσε να αιωρείται η ιδέα του. Ο φόβος έγινε εργαλείο, όχι μόνο απέναντι στους πολιτικούς, αλλά και απέναντι σε όλους μας.

Ιδιαίτερα επικίνδυνη αποδείχθηκε η κουβέντα για τις «μονομερείς ενέργειες». Στην πράξη, έβαλε στο ίδιο ζύγι τις παράνομες απειλές και τα απολύτως νόμιμα δικαιώματα της Ελλάδας. Έτσι, ένα δικαίωμα όπως η επέκταση των χωρικών υδάτων, άρχισε να παρουσιάζεται, όχι ως αυτονόητο, αλλά ως κάτι που «καλό είναι να μη γίνει, για να μη δημιουργηθούν εντάσεις». Κι έτσι, χωρίς να μας το επιβάλει κανείς επίσημα, αρχίσαμε μόνοι μας να κάνουμε πίσω.

Το πιο βαθύ πλήγμα, όμως, ήρθε με την έννοια των ζωτικών συμφερόντων και ανησυχιών. Με μία φράση, η Τουρκία πέτυχε να κάνει την αμφισβήτηση να μοιάζει φυσιολογική. Δε χρειαζόταν πια να αποδείξει κάτι. Αρκούσε να λέει ότι ανησυχεί, και αυτό να συνοδεύεται από απαιτήσεις για αποστρατικοποίηση νησιών, τις οποίες η Τουρκία προσπάθησε να στηρίξει, επικαλούμενη τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923. Όμως, η Συνθήκη της Λωζάνης δεν προβλέπει συνολική αποστρατικοποίηση, αλλά μόνο περιορισμούς σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως το να μη γίνουν ναυτικές βάσεις ή οχυρώματα σε Λέσβο, Χίο, Σάμο και Ικαρία.

Ενώ ορισμένες αρχικές προβλέψεις για τη Λήμνο και τη Σαμοθράκη καταργήθηκαν από τη Συνθήκη του Μοντρέ το 1936, στα Δωδεκάνησα η αποστρατικοποίηση προβλέπεται από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947, στην οποία η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος, έτσι, οι τούρκικοι ισχυρισμοί δε στηρίζονται στο ίδιο το κείμενο των συνθηκών, αλλά σε μια πολιτική ερμηνεία που δεν αντιστοιχεί στα πραγματικά κείμενα του διεθνούς δικαίου… Και εμείς, αντί να πούμε ξεκάθαρα ότι η κυριαρχία δεν μπαίνει σε συζήτηση, συνηθίσαμε στην ιδέα ότι ακόμη και τα αυτονόητα μπορούν να παρουσιαστούν ως θέμα διαλόγου.

Τα λεγόμενα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, παρουσιάστηκαν ως λύση. Αλλά  πώς μπορεί να χτίσεις εμπιστοσύνη όταν από την άλλη πλευρά υπάρχει διαρκής απειλή πολέμου; Γιατί στην πράξη, δε μείωσαν την ένταση. Μας έμαθαν απλώς να ζούμε με αυτήν, σαν κάτι φυσιολογικό.

Συνολικά, η Συμφωνία της Μαδρίτης δεν έφερε Ειρήνη… έφερε συνήθεια. Συνήθεια στην πίεση, στην αμφισβήτηση, στη διαχείριση, αντί στη διεκδίκηση. Και όλα αυτά έγιναν με την ανοχή ή την αδράνεια μιας πολιτικής τάξης που προτίμησε ταξίδια, συναντήσεις και ωραία λόγια, αντί για καθαρή στρατηγική.

Τελικά, η Συμφωνία της Μαδρίτης δεν υπήρξε συμφωνία Ειρήνης. Η Συμφωνία της Μαδρίτη ήταν ένα καμπανάκι κινδύνου, μια ένδειξη για το τι θα ερχόταν, αλλά οι πολιτικοί και η ελληνική πλευρά τότε, δεν την πήραν στα σοβαρά και δεν αντέδρασαν με τρόπο που να προστατεύει τα δικαιώματα και την κυριαρχία της χώρας μας.

Από το 1997 έως σήμερα, η Τουρκία προχωράει βήμα – βήμα, ζητώντας ολοένα και περισσότερα, χωρίς να αισθανθεί ποτέ την ανάγκη να παραχωρήσει το παραμικρό. Και όσο μια συμφωνία γεμάτη ασάφειες παρουσιάζεται ως σταθερότητα, τόσο τα αυτονόητα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο μετατρέπονται σιωπηλά από δικαίωμα σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Αυτό, δε μοιάζει με ειρήνη. Μοιάζει με μια αργή, σχεδόν αθόρυβη παράδοση.

Για να υπάρχει πλήρης και αντικειμενική εικόνα, σας παραθέτω αυτούσιο το επίσημο κείμενο της Κοινής Διακήρυξης Ελλάδας – Τουρκίας (Μαδρίτη, 8 Ιουλίου 1997), όπως καταγράφηκε στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, ώστε κάθε αναγνώστης να μπορεί να δει με τα δικά του τα μάτια το ακριβές περιεχόμενο των δεσμεύσεων που έγιναν και να κατανοήσει τι πραγματικά συμφωνήθηκε εκείνη την ημέρα.

Κοινή Διακήρυξη Ελλάδας – Τουρκίας

Μαδρίτη, 8 Ιουλίου 1997

Η Ελλάδα και η Τουρκία, στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη,

δηλώνουν ότι:

1. Δεσμεύονται στην ειρήνη, την ασφάλεια και την ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας, βασισμένων στον αμοιβαίο σεβασμό και τη συνεργασία.

2. Δεσμεύονται να σέβονται η μία την κυριαρχία, την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της άλλης.

3. Δεσμεύονται να σέβονται τις αρχές του διεθνούς δικαίου και του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

4. Δεσμεύονται να επιλύουν τις διαφορές τους με ειρηνικά μέσα, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, και να αποφεύγουν την απειλή ή τη χρήση βίας.

5. Δεσμεύονται να αποφεύγουν μονομερείς ενέργειες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εντάσεις.

6. Αναγνωρίζουν ότι έχουν ζωτικά συμφέροντα και ανησυχίες η μία έναντι της άλλης στο Αιγαίο, τα οποία πρέπει να γίνονται σεβαστά.

7. Δεσμεύονται να συνεχίσουν τις προσπάθειες για την ανάπτυξη Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, με στόχο τη βελτίωση των διμερών σχέσεων και τη μείωση του κινδύνου ατυχημάτων ή κρίσεων.

Και εδώ σας δείχνω τις θεσμικά κρίσιμες ασάφειες, όπου:

ΔΕΝ υπάρχει καμία αναφορά στο Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS)

ΔΕΝ υπάρχει καμία αναφορά στο casus belli

ΔΕΝ προσδιορίζεται τι σημαίνει “ζωτικά συμφέροντα και ανησυχίες”

ΔΕΝ προβλέπεται κανένας μηχανισμός εφαρμογής ή κυρώσεων

Αυτές ακριβώς οι ασάφειες είναι που, επέτρεψαν την πολιτική εκμετάλλευση της Διακήρυξης από την τουρκική πλευρά.

Η συμφωνία της Μαδρίτης δεν κυρώθηκε από την βουλή, δε δημοσιεύτηκε σε ΦΕΚ, απλά  γράφτηκε επίσημα και αρχειοθετήθηκε. Έτσι, η συμφωνία της Μαδρίτης χρησιμοποιείται σε διπλωματικά, ακαδημαϊκά και νομικά κείμενα ως αναφορές. Βλέπουμε λοιπόν ότι:

ΔΕΝ είναι Διεθνής Συνθήκη.

Δεν έχει δεσμευτική ισχύ, νομικά.

ΔΕΝ παράγει δικαιώματα ή υποχρεώσεις, βάσει Διεθνούς Δικαίου.

ΔΕΝ προβλέπει μηχανισμό εφαρμογής ή κυρώσεις δείχνοντας ότι είναι μια πολιτική δέσμευση αρχών και όχι νομικό κείμενο.

Και αν με ρωτάτε γιατί η Τουρκία το προβάλλει μέχρι σήμερα σα σημαντικό χαρτί, η απάντηση είναι επειδή το χρησιμοποίησε πολιτικά και το παρουσίασε διεθνώς ως ένα συμφωνημένο πλαίσιο. Με αυτόν τον τρόπο, κατάφερε να δώσει βάρος στις θέσεις της και να τις εμφανίζει ως κάτι που έχει ήδη αναγνωριστεί. Έτσι, ένα χαρτί που δεν ήταν νομικά δεσμευτική συνθήκη, στην πράξη απέκτησε πραγματική δύναμη και χρησιμοποιήθηκε για να στηρίξει τις διεκδικήσεις και να επηρεάσει τις εξελίξεις σε βάρος της Ελλάδας.

Και ακριβώς γι’ αυτό, η Ελλήνων Συνέλευσις προτάσσει τη σύσταση ειδικών επιτροπών που θα ερευνήσουν σε βάθος κάθε γωνιά της χώρας και κάθε πτυχή της κρατικής λειτουργίας, από τις διακρατικές σχέσεις, μέχρι την άμυνα και την ασφάλεια σε γη, αέρα και θάλασσα, ώστε να καταγραφεί επιτέλους η πραγματική κατάσταση, να αποκαλυφθούν οι δεσμεύσεις και οι κίνδυνοι, και να πάψει η Ελλάδα να πορεύεται στα τυφλά με φόβο, αντί για γνώση και με υποχωρήσεις, αντί για κυριαρχία.


Visited 67 times, 1 visit(s) today

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *