Γράφει ο εκπαιδευτικός Δημήτρης Αλαμπάνος
Η τραγική απώλεια μιας εκπαιδευτικού και η ευθύνη της Πολιτείας να αποκαταστήσει κανόνες και κύρος στο σχολείο.
Ο πρόωρος θάνατος της καθηγήτριας Αγγλικών Σοφίας Χρηστίδου, που υπηρετούσε σε ΓΕΛ της Θεσσαλονίκης και κατέληξε, ύστερα από σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο, προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στην εκπαιδευτική κοινότητα, αλλά και ευρύτερα στην κοινωνία. Σύμφωνα με μαρτυρίες που έχουν δημοσιοποιηθεί τις τελευταίες ημέρες, η εκπαιδευτικός φέρεται να είχε δεχθεί επανειλημμένα περιστατικά πίεσης και bullying στο σχολικό της περιβάλλον. Λίγο πριν από το τραγικό συμβάν μάλιστα, είχε παραπεμφθεί από τη διεύθυνση του σχολείου προκειμένου να αξιολογηθεί η ικανότητά της να ασκεί το διδακτικό της έργο, γεγονός που, όπως υποστηρίζουν συνάδελφοι και άνθρωποι του περιβάλλοντός της, επιβάρυνε ακόμη περισσότερο μια ήδη δύσκολη κατάσταση.
Τραγικός επίλογος του δράματος της καθηγήτριας, η δημοσίευση της γραπτής αναφοράς που είχε προλάβει να κάνει προς τη Διεύθυνση του Σχολείου της, αλλά και προς τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, καθώς και προς το Υπουργείο Παιδείας. Σε αυτήν, η εκλιπούσα συνάδελφος, περιέγραφε με λεπτομέρειες το δράμα που βίωνε καθημερινά στο σχολείο, εξαιτίας της κακής και άκρως παραβατικής συμπεριφοράς μαθητών προς το πρόσωπό της.
Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες τραγικές στιγμές, άνοιξε αμέσως μια έντονη δημόσια συζήτηση. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε δημοσιογραφικά σχόλια, αλλά και σε ιδιωτικές συζητήσεις, άρχισε γρήγορα η αναζήτηση ευθυνών.
Μέσα σε αυτό το βαρύ κλίμα, συχνά η ευθύνη στρέφεται προς τους γονείς για την αγωγή που δίνουν στα παιδιά τους. Είναι, βεβαίως, αλήθεια ότι η οικογένεια παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς των παιδιών. Όμως, θα ήταν απλουστευτικό και τελικά άδικο να αποδίδεται εκεί η αποκλειστική ευθύνη για όσα συμβαίνουν μέσα στους σχολικούς χώρους. Ας μην ξεχνάμε ότι από το νηπιαγωγείο μέχρι και την τελευταία τάξη του λυκείου, εμείς, οι εκπαιδευτικοί, βρισκόμαστε καθημερινά δίπλα στα παιδιά για πολλές ώρες. Συχνά μάλιστα, ο χρόνος που αυτά περνούν στο σχολικό περιβάλλον, είναι συγκρίσιμος και ορισμένες φορές μεγαλύτερος από τον χρόνο που περνούν με τους ίδιους τους γονείς τους μέσα στην ημέρα. Το σχολείο επομένως, αποτελεί έναν βασικό χώρο κοινωνικοποίησης, όπου καλλιεργούνται στάσεις, συμπεριφορές και αξίες. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι οι σημερινοί μαθητές θα είναι οι αυριανοί γονείς. Θα ήταν ανόητο λοιπόν, αύριο η κοινωνία να επιρρίπτει ευθύνες στους γονείς αυτούς για τη μη παροχή σωστής παιδείας στα παιδιά τους, όταν η ίδια η Πολιτεία δε φρόντισε να παρέχει την ανάλογη παιδεία σε αυτούς.
Από την άλλη πλευρά, θα ήταν εξίσου λανθασμένο να μετακυλίεται το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Η πραγματικότητα της σχολικής ζωής, δείχνει ότι με το σημερινό θεσμικό πλαίσιο, πολλές φορές τα χέρια τους είναι δεμένα. Οι δυνατότητες παρέμβασης είναι περιορισμένες, τα εργαλεία διαχείρισης δύσκολων καταστάσεων, συχνά ανεπαρκή και η στήριξη που λαμβάνουν από την Πολιτεία, δεν είναι ανάλογη των απαιτήσεων που καλούνται να αντιμετωπίσουν.
Το μεγάλο πρόβλημα φαίνεται να βρίσκεται αλλού: Στην ολοένα και πιο αισθητή έλλειψη πειθαρχίας μέσα στο σχολικό περιβάλλον. Τις τελευταίες δεκαετίες, η έννοια αυτή, έχει σε μεγάλο βαθμό δαιμονοποιηθεί. Συχνά αντιμετωπίζεται ως κάτι που παραπέμπει σε αυταρχισμό ή σε αντιδημοκρατικές αντιλήψεις, λες και κάθε αναφορά σε κανόνες και όρια, αποτελεί επιστροφή σε επικίνδυνες πρακτικές του παρελθόντος.
Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Η δημοκρατία δεν είναι συνώνυμη της απουσίας κανόνων. Αντίθετα, στηρίζεται ακριβώς στην ύπαρξη κανόνων που ισχύουν για όλους και στη συνειδητή αποδοχή τους από τα μέλη της κοινωνίας. Και όταν οι κανόνες παραβιάζονται, υπάρχουν συνέπειες. Μόνον έτσι μπορεί να διασφαλιστεί η αρμονική συνύπαρξη ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας, μιας τάξης ή ενός σχολείου.
Στο σχολείο ωστόσο, η ισορροπία αυτή φαίνεται τα τελευταία χρόνια να έχει διαταραχθεί. Ιδιαίτερα στις μικρότερες βαθμίδες της εκπαίδευσης, η εφαρμογή κανόνων συχνά αντιμετωπίζεται με δισταγμό, επιφύλαξη ως και αρνητισμό. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται ένα περιβάλλον, όπου τα όρια δεν είναι πάντοτε σαφή και όπου η διαχείριση της καθημερινότητας γίνεται ολοένα πιο δύσκολη για όσους βρίσκονται μέσα στην τάξη.
Έτσι σταδιακά, διαμορφώνεται μια κατάσταση στην οποία η αίσθηση του μέτρου χάνεται. Μικρές καθημερινές παραβατικές συμπεριφορές που άλλοτε θα αντιμετωπίζονταν άμεσα και παιδαγωγικά, σήμερα συχνά παραμένουν χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση. Και όταν αυτό συμβαίνει επανειλημμένα, το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα περιστατικά, αλλά αρχίζει να επηρεάζει συνολικά το κλίμα μέσα στο σχολείο.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο εκπαιδευτικός βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δύσκολη πραγματικότητα. Από τη μία πλευρά, καλείται να διατηρήσει την ομαλή λειτουργία της τάξης και από την άλλη, να ανταποκριθεί στο διδακτικό του ρόλο. Την ίδια στιγμή όμως, δε διαθέτει τα απαραίτητα εργαλεία, ούτε τη θεσμική στήριξη που θα του επέτρεπαν να το κάνει αποτελεσματικά.
Η συζήτηση αυτή οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα ευρύτερο ερώτημα: Ποιος είναι τελικά ο πραγματικός σκοπός της εκπαίδευσης και ποια είναι η ευθύνη της Πολιτείας απέναντι σε αυτόν; Στη σημερινή κοινωνία, έχει εδραιωθεί εσφαλμένα η αντίληψη, ότι το εκπαιδευτικό σύστημα – από την πρώτη τάξη του δημοτικού μέχρι και τη Γ΄ Λυκείου – έχει ως κύριο στόχο την προετοιμασία των μαθητών για την εισαγωγή τους στο πανεπιστήμιο και κατ’ επέκταση, για την ένταξή τους στην αγορά εργασίας. Η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται έτσι, κυρίως ως ένας μηχανισμός απόκτησης στείρων γνώσεων και επαγγελματικών δεξιοτήτων.
Ο βαθύτερος ρόλος της παιδείας όμως, είναι πολύ ευρύτερος. Η ουσία της βρίσκεται στη διαμόρφωση ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων και ενεργών πολιτών. Πολιτών που θα μπορούν να σκέφτονται κριτικά, να αξιολογούν την πραγματικότητα γύρω τους, να συμμετέχουν συνειδητά στην πραγματική ζωή και να στηρίζουν με ενσυναίσθηση τις επιλογές τους, μέσα σε ένα σταθερό σύστημα ανθρωπίνων αξιών και αρχών. Υπό αυτή την έννοια, η ύπαρξη σαφών κανόνων, ο σεβασμός προς το σχολικό περιβάλλον και η καλλιέργεια της υπευθυνότητας, δεν αποτελούν δευτερεύοντα ζητήματα, αλλά θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την επίτευξή του.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται η καθοριστική ευθύνη της Πολιτείας. Η Πολιτεία οφείλει να διαμορφώνει ένα θεσμικό πλαίσιο που να στηρίζει ουσιαστικά το έργο του σχολείου, να ενισχύει τον ρόλο του εκπαιδευτικού και να διασφαλίζει ότι η εκπαιδευτική διαδικασία πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον σεβασμού, ασφάλειας και παιδαγωγικής ευθύνης.
Ταυτόχρονα όμως, οφείλει να κατανοήσει ότι το κύρος του εκπαιδευτικού δεν επιβάλλεται διοικητικά, ούτε κατοχυρώνεται απλώς μέσα από νόμους και εγκυκλίους. Ο σεβασμός, ιδίως των μαθητών προς τους εκπαιδευτικούς, κερδίζεται καθημερινά μέσα από τη σχέση που οικοδομείται στην τάξη και δεν μπορεί να γίνει απαιτητός. Για να μπορέσει όμως ο εκπαιδευτικός να κερδίσει το σεβασμό των μαθητών του, πρέπει τόσο η παιδαγωγική του κατάρτιση, όσο και η κοινωνική του θέση και οι οικονομικές του απολαβές να είναι τέτοιες, ώστε να του αποδίδουν το κύρος που του αναλογεί.
Η απώλεια μιας εκπαιδευτικού υπό συνθήκες που γεννούν τόσα ερωτήματα, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη θλιβερό γεγονός που θα ξεχαστεί με την πάροδο του χρόνου. Οφείλει να αποτελέσει αφορμή για ένα βαθύ προβληματισμό γύρω από το πώς λειτουργεί σήμερα το σχολείο και ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο της παιδείας που προσφέρουμε στα παιδιά μας.
Αν θέλουμε ένα σχολείο που να διαμορφώνει υπεύθυνους και συνειδητούς πολίτες, τότε δεν αρκούν οι καλές προθέσεις, ούτε οι αποσπασματικές παρεμβάσεις. Απαιτείται μια συνολική πολιτική που θα στηρίζει ουσιαστικά το έργο του σχολείου, θα αποκαθιστά την ισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μέσα στη σχολική κοινότητα και θα δίνει στους εκπαιδευτικούς τα μέσα και το κύρος που χρειάζονται για να επιτελέσουν τον ρόλο τους.
Γιατί σε τελική ανάλυση, το σχολείο δεν είναι απλώς ένας χώρος μετάδοσης γνώσεων. Είναι ο χώρος όπου διαμορφώνεται ο αυριανός πολίτης. Και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί σήμερα, θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνία στην οποία θα ζήσουμε αύριο.
