Γράφει ο Άρης Μέττος
Στην ιστορία της ανθρώπινης εξέλιξης, κάθε μεγάλη τεχνολογική τομή συνοδευόταν από μια υπόσχεση και έναν φόβο. Όταν η τυπογραφία έκανε τα βιβλία προσιτά σε όλους, πολλοί φοβήθηκαν ότι η μνήμη μας θα ατροφήσει, επειδή οι άνθρωποι δε θα χρειάζεται να απομνημονεύουν πολλές πληροφορίες και κείμενα.
Το διαδίκτυο, έφερε την πληροφορία στην οθόνη μας και μαζί της, την ανησυχία για την εγκυρότητα της γνώσης. Σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά στο μεγαλύτερο ίσως στοίχημα της σύγχρονης παιδείας, την έλευση της Γενετικής Τεχνητής Νοημοσύνης (Generative AI).
Το ερώτημα που τίθεται, δεν είναι αν η AI είναι καλή ή κακή. Το ερώτημα είναι αν θα τη χρησιμοποιήσουμε ως οδηγό για να εξερευνήσουμε νέους ορίζοντες ή ως ένα ‘’μαγικό ραβδί’’ που θα κάνει τη δουλειά για εμάς, αφήνοντας το μυαλό μας να αδρανεί.
Ας θυμηθούμε για λίγο πώς ήταν η μελέτη πριν από μόλις μία δεκαετία. Για να ολοκληρώσει ένας μαθητής μια εργασία, έπρεπε να αναζητήσει πηγές, να διαβάσει κεφάλαια, να υπογραμμίσει, να κρατήσει σημειώσεις και, το κυριότερο, να συνθέσει. Αυτή η διαδικασία δεν ήταν αγγαρεία ή χαμένος χρόνος… ήταν η στιγμή που ο εγκέφαλος δημιουργούσε νέες συνάψεις, καθώς η προσπάθεια να κατανοήσεις κάτι δύσκολο, είναι αυτό που χτίζει την κριτική σκέψη.
Σήμερα, σύμφωνα και με την πρόσφατη έκθεση του Ινστιτούτου Brookings («New Pathways for Students in an AI World»), η διαδικασία αυτή έχει συρρικνωθεί σε μερικά δευτερόλεπτα, δίνοντας μία εντολή, ένα “prompt”, στην AI και η εργασία είναι έτοιμη. Η ουσία όμως είναι ότι όταν ένας μαθητής απλώς αντιγράφει ή, ακόμα χειρότερα, ζητά από την AI να προσαρμόσει το ύφος του κειμένου, ώστε να μη φαίνεται ’’ρομποτικό’’, δεν κλέβει μόνο τον δάσκαλό του, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.
Η πραγματικότητα που περιγράφουν πολλοί εκπαιδευτικοί είναι ανησυχητική, μαθητές που αδυνατούν να λύσουν προβλήματα, που δεν μπορούν να ακολουθήσουν μια σύνθετη συλλογιστική πορεία ή ακόμα και να κατανοήσουν απλές και σύνθετες έννοιες.
Η αλόγιστη χρήση της AI τείνει να μετατρέψει το σχολείο από χώρο παραγωγής σκέψης, σε χώρο διεκπεραίωσης ψηφιακών εντολών και απλοποίησης ή καλύτερα αυτοματοποίησης βασικών εκπαιδευτικών δεξιοτήτων, στερώντας από τους μαθητές τη διαδικασία της έρευνας, της σκέψης και της δημιουργικής γραφής ιδεών και αντιλήψεων πάνω σε θέματα μάθησης.
Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, εδώ και δεκαετίες, συχνά κατηγορείται ότι σκοτώνει τη δημιουργικότητα, επιβάλλοντας μια άκριτη αποστήθιση. Σε αυτό το ήδη στείρο και επιβαρυμένο περιβάλλον, η AI έρχεται ως η απόλυτη λύτρωση από τον φόρτο εργασίας. Όμως, η λύση δεν μπορεί να είναι η ψηφιακή αδράνεια.
Όταν η γνώση παρέχεται “’μασημένη’’, η κινητήριος δύναμη κάθε ανθρώπινης προόδου, όπως η περιέργεια και η αμφισβήτηση, σβήνουν. Η έρευνα που απαιτούσε ώρες στις βιβλιοθήκες ή σε έγκυρους ιστότοπους, πρόσφερε στους νέους την ευκαιρία να ανακαλύψουν κάτι τυχαίο, να εντυπωσιαστούν από μια λεπτομέρεια, να εμβαθύνουν. Η τυφλή αντιγραφή από την AI, σε αντίθεση, καταργεί αυτή τη διαδικασία και μετατρέπει τον μαθητή σε έναν παθητικό καταναλωτή πληροφορίας, στερημένο από τη χαρά της προσωπικής ανακάλυψης.
Είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν πρέπει να δαιμονοποιηθεί. Είναι ένα θαυμαστό εργαλείο που μπορεί να απογειώσει την εκπαίδευση, αν χρησιμοποιηθεί σωστά. Ας φανταστούμε την AI ως έναν προσωπικό βοηθό που βοηθά στον καταιγισμό ιδεών (brainstorming), που εξηγεί με απλά λόγια μια δύσκολη έννοια της φυσικής ή που προτείνει βιβλιογραφία για μια έρευνα… αμέσως μπορούμε να διακρίνουμε πόσο χρήσιμο εργαλείο είναι, αφού μας εξοικονομεί χρόνο.
Η σωστή χρήση της AI στην εκπαίδευση, θα πρέπει να έχει στόχο την ενίσχυση της έρευνας, αλλά και την αξιολόγηση της μάθησης, την υποστήριξη στη δομή και την οργάνωση των σκέψεων, τόσο των μαθητών όσο και των σπουδαστών, χωρίς όμως να αντικαθιστά την δημιουργική τους σκέψη, αλλά όντας προσαρμοσμένη στον τρόπο και στον ρυθμό εργασίας τους, βοηθώντας τους να καλύψουν μαθησιακά κενά και να βελτιώσουν τον τρόπο που δουλεύουν.
Ο στόχος της παιδείας πρέπει να παραμείνει η δόμηση της ψυχής και του πνεύματος. Ένα σχολείο που θα είναι εκκολαπτήριο ελεύθερων ανθρώπων, δεν μπορεί να βασίζεται σε στρατιές αγράμματων που απλώς ξέρουν να πατούν κουμπιά. Πρέπει να καλλιεργεί ανθρώπους με κριτική ικανότητα, ικανούς να αμφισβητούν ακόμη και το αποτέλεσμα που τους δίνει ένας αλγόριθμος.
Το μέλλον, δεν ανήκει αποκλειστικά στην τεχνολογία, ούτε αποκλειστικά στον άνθρωπο αποκομμένο από αυτήν. Ανήκει σε ένα συνεργατικό σχήμα ανθρώπινης και τεχνητής νοημοσύνης, όπου η μηχανική και η υπολογιστική ισχύς θα είναι το εργαλείο που θα υλοποιεί με ταχύτητα και ακρίβεια τα δεδομένα της ανθρώπινης διανόησης. Στον κόσμο που έρχεται, οι πιο επιτυχημένοι άνθρωποι, δε θα είναι εκείνοι που ξέρουν να αντιγράφουν καλύτερα, αλλά εκείνοι που ξέρουν να θέτουν τις σωστές ερωτήσεις.
Η AI μπορεί να αναλάβει το κοπιαστικό μέρος της συλλογής δεδομένων, απελευθερώνοντας χρόνο για τον άνθρωπο, ώστε να ασχοληθεί με την υψηλή δημιουργικότητα, την ηθική κρίση και την καινοτομία. Για να φτάσουμε όμως εκεί, πρέπει πρώτα να προστατεύσουμε τη δημιουργικότητα και την ικανότητα του παιδιού να σκέφτεται αυτόνομα.
Αν αφήσουμε τη δημιουργική φαντασία των νέων να ατροφήσει στο όνομα της ταχύτητας, τότε το πλήγμα στην παιδεία, που ξεκίνησε ίσως με την αποξένωση της τηλεκπαίδευσης, θα ολοκληρωθεί με μια γενιά που θα έχει πρόσβαση σε όλη τη γνώση του κόσμου, αλλά καμία ικανότητα να την κατανοήσει.
Η εκπαίδευση είναι μια βαθιά ανθρώπινη διαδικασία. Είναι η μετάδοση αξιών, η καθοδήγηση του δασκάλου, η ικανοποίηση του μαθητή όταν λύνει μια δύσκολη άσκηση, μετά από κόπο. Αυτά, δεν μπορούν να αντικατασταθούν από κανέναν κώδικα.
Η ανάπτυξη της ρομποτικής και της γενετικής τεχνητής νοημοσύνης, φιλοδοξεί να λύσει τεράστια ανθρώπινα προβλήματα και δυσλειτουργίες σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η εξάλειψη ανίατων ασθενειών, η βελτίωση της παραγωγικής διαδικασίας και η αυτοματοποίηση της, θα πρέπει να βοηθήσουν την ανθρωπότητα να βιώσει πρωτόγνωρες εποχές ανθρώπινης ευημερίας, ειρήνης και πνευματικής ανέλιξης, αρκεί να υπάρξει η ορθή πολιτική βούληση και συνεργασία μεταξύ των εθνών.
Η τεχνολογία πρέπει να υπηρετεί τον άνθρωπο, ενισχύοντας την κριτική μας σκέψη και όχι αντικαθιστώντας την. Μόνο έτσι, οι επόμενες γενιές θα είναι πραγματικά έτοιμες να πάρουν την Πολιτεία στα χέρια τους, ως πολίτες συνειδητοποιημένοι και δημιουργικοί, και όχι ως παθητικοί χρήστες ενός ψηφιακού κόσμου που δεν κατανοούν.
