Γράφει ο Άρης Μέττος
Η συζήτηση που άνοιξε με τις καταγγελίες της Πανελλαδικής Ομοσπονδίας Ενώσεων Στρατιωτικών (ΠΟΕΣ) για τη λειτουργία του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών (ΝΝΑ), δεν αφορά μόνο έναν κλειστό επαγγελματικό κλάδο. Αγγίζει τον πυρήνα ενός πολύ ευρύτερου ζητήματος για το πώς αντιλαμβανόμαστε τη δημόσια υγεία και τη δικαιοσύνη στην υγειονομική εξυπηρέτηση και τη συνοχή ενός μηχανισμού που καλείται να εξυπηρετήσει πολλαπλές και συχνά αντικρουόμενες ανάγκες.
Οι αναφορές προς τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας περιγράφουν μια πραγματικότητα που προκαλεί εύλογη ανησυχία⸱ στρατιωτικοί και οι οικογένειές τους δυσκολεύονται να εξυπηρετηθούν, ενώ ταυτόχρονα διευρύνεται ο κύκλος των δικαιούχων. Το ερώτημα που τίθεται, δεν είναι απλώς διοικητικό… είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Μπορεί ένα σύστημα υγείας να επεκτείνεται χωρίς να ενισχύεται ταυτόχρονα; Και αν ναι, ποιος τελικά πληρώνει το τίμημα;
Η επέκταση της πρόσβασης σε νέες κατηγορίες πολιτών, όπως συνταξιούχοι δικαστικοί και εισαγγελείς, μπορεί να ερμηνευθεί ως μια προσπάθεια αξιοποίησης υφιστάμενων δομών. Σε μια χώρα όπου το Εθνικό Σύστημα Υγείας συχνά πιέζεται στα όριά του, η χρήση στρατιωτικών νοσοκομείων ως “βαλβίδα αποσυμπίεσης”, ίσως φαίνεται λογική.
Ωστόσο, η πρακτική αυτή εγείρει σοβαρά ερωτήματα βιωσιμότητας και δικαιοσύνης. Τα στρατιωτικά νοσοκομεία δεν είναι απλώς δημόσιες μονάδες υγείας. Αποτελούν δομές που στηρίχθηκαν ιστορικά σε εισφορές συγκεκριμένων ομάδων και συγκεκριμένα των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων. Όταν οι φυσικοί δικαιούχοι αρχίζουν να αντιμετωπίζουν εμπόδια στην εξυπηρέτησή τους τότε η ισορροπία διαταράσσεται.
Η εικόνα που περιγράφεται, περιορισμένα χειρουργεία, δυσλειτουργικά εξωτερικά ιατρεία, πολύπλοκες διαδικασίες συνταγογράφησης, δεν είναι απλώς ζήτημα διαχείρισης. Είναι ένδειξη ενός συστήματος που επιχειρεί να κάνει περισσότερα από όσα μπορεί να υποστηρίξει.
Η καρδιά του ζητήματος βρίσκεται στον συγχρονισμό πολιτικών αποφάσεων και πραγματικών δυνατοτήτων. Δεν είναι η πρώτη φορά που το ελληνικό σύστημα υγείας επιχειρεί μεταρρυθμίσεις, χωρίς τον απαραίτητο σχεδιασμό υποστήριξης. Η διεύρυνση δικαιωμάτων, χωρίς αντίστοιχη αύξηση πόρων: ανθρώπινων, οικονομικών και υλικοτεχνικών, οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα σε υποβάθμιση υπηρεσιών.
Στην περίπτωση του ΝΝΑ, αυτό φαίνεται να εκδηλώνεται με τρόπο που πλήττει εκείνους που θεωρητικά θα έπρεπε να προστατεύονται περισσότερο, τους ίδιους τους στρατιωτικούς. Όταν ένας ασθενής που έχει καταβάλει εισφορές για δεκαετίες, αναγκάζεται να στραφεί στον ιδιωτικό τομέα για βασικές υπηρεσίες, τότε κάτι βαθύτερο έχει διαρραγεί.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος έχει πρόσβαση, αλλά με ποιους όρους. Η ισότητα στην υγεία δεν επιτυγχάνεται με την απλή διεύρυνση της “λίστας δικαιούχων”, αλλά με τη διασφάλιση ότι όλοι οι δικαιούχοι λαμβάνουν ποιοτικές και έγκαιρες υπηρεσίες.
Παράλληλα, δεν μπορεί να αγνοηθεί η ανάγκη για ορθολογική διαχείριση των πόρων. Τα ταμεία των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως αυτά που στηρίζουν το Πολεμικό Ναυτικό, αποτελούν κρίσιμους μηχανισμούς χρηματοδότησης. Η βιωσιμότητά τους εξαρτάται από την ισορροπία μεταξύ εισφορών και παροχών.
Η ανεξέλεγκτη διεύρυνση των δικαιούχων, μπορεί να διαταράξει αυτή την ισορροπία. Δεν πρόκειται για ζήτημα αποκλεισμού, αλλά για ζήτημα σχεδιασμού. Αν η Πολιτεία επιθυμεί να εντάξει νέες ομάδες σε τέτοιες δομές, οφείλει να εξασφαλίσει αντίστοιχη χρηματοδότηση και ενίσχυση προσωπικού. Διαφορετικά, δημιουργείται ένα σύστημα δύο ταχυτήτων, τυπικά ανοιχτό σε όλους, αλλά ουσιαστικά ανεπαρκές.
Η σωστή λειτουργία των ταμείων, δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά προϋπόθεση κοινωνικής δικαιοσύνης. Όταν οι εισφορές μετατρέπονται σε αβέβαιες ή ανεπαρκείς παροχές, υπονομεύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το σύστημα.
Πέρα από τις επιμέρους καταγγελίες, το ζήτημα αναδεικνύει μια θεμελιώδη αλήθεια. Η υγεία δεν είναι απλώς υπηρεσία, αλλά δείκτης πολιτισμού και ευημερίας. Μια κοινωνία κρίνεται από το πώς φροντίζει τα μέλη της και ιδιαίτερα εκείνους που έχουν προσφέρει σε αυτήν.
Η πρόσβαση στην υγεία αποτελεί βασικό πυλώνα ανάπτυξης. Δεν μπορεί να υπάρξει οικονομική πρόοδος χωρίς ένα λειτουργικό σύστημα περίθαλψης. Οι πολίτες που νιώθουν ανασφάλεια για την περίθαλψή τους, είναι λιγότερο παραγωγικοί, λιγότερο αισιόδοξοι και λιγότερο πρόθυμοι να επενδύσουν στο μέλλον.
Στο πλαίσιο αυτό, τα στρατιωτικά νοσοκομεία έχουν διπλό ρόλο⸱ αφενός εξυπηρετούν ένα ειδικό σώμα πολιτών με ιδιαίτερες ανάγκες, αφετέρου αποτελούν μέρος της συνολικής υγειονομικής υποδομής της χώρας. Η ενίσχυσή τους δεν είναι προνόμιο, αλλά επένδυση.
Η λύση δε βρίσκεται ούτε στον αποκλεισμό νέων ομάδων, ούτε στην ανεξέλεγκτη επέκταση. Βρίσκεται στη διατήρηση της ισορροπίας. Ένα σύγχρονο σύστημα υγείας οφείλει να είναι ταυτόχρονα δίκαιο, αποτελεσματικό και βιώσιμο.
Πέρα από τον σαφή καθορισμό δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η ενίσχυση των υποδομών υγειονομικής περίθαλψης πριν από κάθε διεύρυνση, αποτελεί αναμφίβολο παράγοντα ομαλής λειτουργίας και επέκτασης τον παροχών υγείας προς όλους τους πολίτες. Η ορθή διαχείριση και διαφάνεια στην κατανομή και αξιοποίηση των πόρων προς τις δομές υγείας, λειτουργούν ως εγγύηση προσφοράς υπηρεσιών υψηλού επιπέδου στο σύνολο των πολιτών, ενώ ταυτόχρονα αποπνέουν σεβασμό και αναγνώριση προς τους φυσικούς δικαιούχους.
Η πολιτική υγείας δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους συγκυρίας ή εξυπηρέτησης επιμέρους συμφερόντων. Απαιτεί στρατηγική, συνέπεια και, κυρίως, κατανόηση ότι η υγεία είναι δημόσιο αγαθό.
Η υπόθεση του ΝΝΑ, δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Είναι σύμπτωμα ενός ευρύτερου προβλήματος αδυναμίας συντονισμού πολιτικών αποφάσεων με τις πραγματικές δυνατότητες του συστήματος. Αν δεν αντιμετωπιστεί, κινδυνεύει να υπονομεύσει όχι μόνο τα στρατιωτικά νοσοκομεία, αλλά συνολικά την εμπιστοσύνη των πολιτών στην υγειονομική περίθαλψη.
Η υγεία πρέπει να επανέλθει στο επίκεντρο ως προτεραιότητα πολιτισμού και ανάπτυξης. Όχι ως πεδίο πειραματισμών ή εξυπηρετήσεων, αλλά ως θεμέλιο μιας δίκαιης και σύγχρονης πολιτείας.
Οι Έλληνες πολίτες δικαιούνται και αξίζουν δομές υγειονομικής περίθαλψης που να διασφαλίζουν στο μέγιστο βαθμό τόσο την αισθητική, όσο και την ασφάλειά τους· χώρους σύγχρονους, ανθρώπινους και λειτουργικούς, πλήρως στελεχωμένους από άρτια καταρτισμένο ιατρικό, νοσηλευτικό και υποστηρικτικό προσωπικό, που εργάζεται με επαγγελματισμό και αξιοπρέπεια. Παράλληλα, οι δομές αυτές, οφείλουν να είναι εξοπλισμένες με τα πλέον σύγχρονα ιατρικά μηχανήματα και τεχνολογικά συστήματα, ώστε να εξασφαλίζεται υψηλού επιπέδου φροντίδα και αποτελεσματική αντιμετώπιση κάθε περιστατικού.
