Γράφει η Τυρώ
Η συζήτηση για τα θαλάσσια πάρκα στην Ελλάδα, παρουσιάστηκε ως μια μεγάλη περιβαλλοντική πρωτοβουλία, μια ιστορική κίνηση που θα τοποθετούσε τη χώρα μας στην πρώτη γραμμή της προστασίας των θαλασσών. Στην πράξη όμως, πίσω από τις εξαγγελίες και τις διεθνείς εμφανίσεις, αποκαλύπτεται για ακόμη μία φορά ένα γνώριμο μοτίβο, με καθυστερήσεις, πρόχειρες κινήσεις της τελευταίας στιγμής και τελικά, μια μισή αξιοποίηση των δυνατοτήτων της χώρας.
Στη 3η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για τους Ωκεανούς που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2025 στη Νίκαια, η Ελλάδα ανακοίνωσε τη δημιουργία δύο μεγάλων θαλάσσιων πάρκων, ενός στο Ιόνιο και ενός στο Αιγαίο. Η ανακοίνωση αυτή, προβλήθηκε ως ένδειξη περιβαλλοντικής υπευθυνότητας, ευαισθησίας και οργανωμένης στρατηγικής. Στην πράξη όμως, όσα ακολούθησαν αποδείχθηκαν πολύ πιο περίπλοκα – και σαφώς λιγότερο εντυπωσιακά από ό,τι παρουσιάστηκαν.
Το πάρκο στο Ιόνιο, πράγματι συγκροτήθηκε ως μια ενιαία θαλάσσια περιοχή, με σαφή όρια και συγκεκριμένα μέτρα προστασίας. Αντίθετα, στο Αιγαίο η εικόνα ήταν τελείως διαφορετική. Αντί για έναν ενιαίο και οργανωμένο θαλάσσιο χώρο, προέκυψε μια αποσπασματική διάταξη διάσπαρτων περιοχών, κυρίως γύρω από τις νότιες Κυκλάδες, χωρίς ενιαία γεωγραφική και στρατηγική λογική. Το σημαντικότερο όμως, είναι αλλού, ότι η χωροθέτηση περιορίστηκε αυστηρά εντός των χωρικών υδάτων, δηλαδή πρακτικά εντός των 6 ναυτικών μιλίων.
Και εδώ, αρχίζει το κρίσιμο ερώτημα. Ήταν αυτό αναγκαστικό ή ήταν επιλογή;
Διότι με την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπεται, στο Άρθρο 3, ότι κάθε κράτος έχει δικαίωμα να επεκτείνει τη χωρική του θάλασσα έως τα 12 ναυτικά μίλια. Δηλαδή, η Ελλάδα δεν περιορίζεται στα 6 μίλια, απλά επιλέγει να παραμένει εκεί.
Ακόμη πιο σημαντικό είναι το Άρθρο 121 της ίδιας σύμβασης, το οποίο ορίζει ρητά ότι τα νησιά, εφόσον μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη ζωή ή οικονομική δραστηριότητα, διαθέτουν πλήρη θαλάσσια δικαιώματα, όπως χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Δηλαδή, όχι μόνο τα μεγάλα νησιά, αλλά και πλήθος νησίδων μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά τον θαλάσσιο χάρτη.
Επιπλέον, στα Άρθρα 55 και 57, βλέπουμε ότι καθορίζουν την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) έως τα 200 ναυτικά μίλια, δίνοντας στα κράτη κυριαρχικά δικαιώματα για εκμετάλλευση πόρων, ενέργειας και περιβαλλοντική διαχείριση. Δηλαδή, η δημιουργία θαλάσσιων πάρκων, δεν περιορίζεται νομικά στα χωρικά ύδατα, αλλά μπορεί να επεκταθεί και πέρα από αυτά.
Ακόμη, το Άρθρο 56 δίνει στο παράκτιο κράτος, αρμοδιότητα, για προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος στην ΑΟΖ, ενώ τα Άρθρα 192 και 193 κατοχυρώνουν το δικαίωμα και την υποχρέωση των κρατών να προστατεύουν το θαλάσσιο περιβάλλον, σύμφωνα με τη δική τους πολιτική.
Και βέβαια, το πιο ξεχασμένο, αλλά κρίσιμο εργαλείο είναι τώρα το Άρθρο 7 της Σύμβασης, το οποίο επιτρέπει τη χάραξη Ευθειών Γραμμών Βάσης σε περιοχές με έντονα διαμελισμένες ακτές, δηλαδή ακτογραμμές με πολύπλοκη μορφή που περιλαμβάνουν πολλούς κόλπους, όρμους, προεξοχές και διάσπαρτα νησιά ή νησίδες, ή ακόμα και με πολυάριθμα νησιά, δηλαδή ακριβώς όπως η περίπτωση της Ελλάδας. Μέσω αυτών των γραμμών, ένα κράτος μπορεί να κλείσει κόλπους και να μετατρέψει μεγάλες θαλάσσιες εκτάσεις σε εσωτερικά ή χωρικά ύδατα, επεκτείνοντας ουσιαστικά την κυριαρχία του.
Με απλά λόγια: το διεθνές δίκαιο, όχι μόνο επιτρέπει, αλλά ενθαρρύνει μια πολύ πιο δυναμική πολιτική από αυτή που εφαρμόζουμε.
Και όμως, η Ελλάδα έχει επιλέξει να μην αξιοποιεί πλήρως κανένα από αυτά τα εργαλεία. Αντί να δημιουργήσει θαλάσσια πάρκα που να ενισχύουν και να αποτυπώνουν τα κυριαρχικά της δικαιώματα, περιορίστηκε σε μια δήθεν ασφαλή εφαρμογή, αποφεύγοντας να αγγίξει τις δήθεν ευαίσθητες περιοχές, ώστε να συμπεριλάβει το σύνολο των νησίδων και βραχονησίδων.
Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Αντιθέτως, αποτυπώνει τη διαχρονική δυσκολία των ελληνικών κυβερνήσεων να κινηθούν με τόλμη και συνέπεια. Αντί να αξιοποιηθεί η ευκαιρία για μια ολοκληρωμένη γεωπολιτική χαρτογράφηση του ελληνικού θαλάσσιου χώρου, προτιμήθηκε και πάλι η ασφαλής οδός της αποφυγής.
Και φυσικά, όπως ήταν αναμενόμενο, ακόμη και αυτή η περιορισμένη κίνηση προκάλεσε αντιδράσεις από την Τουρκία, η οποία έσπευσε να αμφισβητήσει και πάλι τη νομιμότητα των θαλάσσιων πάρκων. Το παράδοξο είναι εμφανές, η Ελλάδα αυτοπεριορίζεται για να μην προκαλέσει, αλλά τελικά κατηγορείται ούτως ή άλλως.
Το πρόβλημα όμως, δεν είναι μόνο εξωτερικό. Είναι βαθιά εσωτερικό και διαχρονικό. Οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν αποτύχει επανειλημμένα να αξιοποιήσουν τα δικαιώματα που τους δίνει το διεθνές δίκαιο. Δεν έχουν επεκτείνει τα Χωρικά Ύδατα, δεν έχουν ολοκληρώσει τη Χάραξη Γραμμών Βάσης, δεν έχουν ανακηρύξει πλήρως ΑΟΖ και δεν έχουν προχωρήσει άμεσα σε συμφωνίες.
Αυτό, έχει ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα να είναι μια χώρα που καθυστερεί, που αντιδρά αντί να σχεδιάζει, και επομένως, κινείται πάντα υπό πίεση. Έτσι, οι συνέπειες αυτής της στάσης έχουν γίνει σοβαρές, δημιουργώντας τα περιθώρια αμφισβήτησης, καθυστέρησης στην αξιοποίηση ενεργειακών πόρων, και να περιορίζεται η περιβαλλοντική πολιτική, ενισχύοντας έτσι, την εικόνα μιας χώρας, που δεν έχει την δυνατότητα να αξιοποιεί πλήρως τα δικαιώματά της.
Τα θαλάσσια πάρκα θα μπορούσαν να είναι ένα ισχυρό εργαλείο προστασίας, ανάπτυξης και ταυτόχρονα, μία έμμεση κατοχύρωση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Αντί γι’ αυτό, κατέληξαν, ιδίως στο Αιγαίο, να είναι μια περιορισμένη εφαρμογή, χωρίς τη στρατηγική βαρύτητα που θα μπορούσαν να έχουν.
Η ουσία εδώ είναι απλή, αλλά σκληρή: η Ελλάδα δε στερείται νομικών δικαιωμάτων⸱ στερείται πολιτικής βούλησης για την πλήρη και έγκαιρη αξιοποίησή τους. Και όσο συνεχίζεται αυτή η πορεία με καθυστερήσεις, δισταγμούς και ημιτελείς αποφάσεις, τόσο θα χάνονται ευκαιρίες και θα διαμορφώνεται το πεδίο από άλλους, αντί από εμάς.
Με βάση τις προγραμματικές δηλώσεις της «Ελλήνων Συνέλευσις», η συγκρότηση ειδικών επιτροπών που θα εξετάσουν συνολικά την επικράτεια και τη λειτουργία του κράτους, σε όλα τα επίπεδα, αποτελεί βασικό εργαλείο επανεκκίνησης της θεσμικής πραγματικότητας.
Οι επιτροπές αυτές, καλούνται να καταγράψουν με ακρίβεια τα σημερινά δεδομένα, τις ισχύουσες συμβάσεις με εξωτερικούς φορείς, καθώς και το σύνολο των εσωτερικών λειτουργικών αναγκών κάθε τομέα της κυβερνητικής δομής.
Παράλληλα, θα αποτυπωθούν οι πραγματικές εξωτερικές – διακρατικές σχέσεις και οι συμμαχίες. Μόνο μέσα από αυτή τη συνολική και τεκμηριωμένη αποτύπωση, μπορεί μια πολιτεία να αποκτήσει πλήρη εικόνα του εαυτού της και κατ’ επέκταση, να ασκήσει ουσιαστικά και αδιαπραγμάτευτα τα δικαιώματά της στο διεθνές περιβάλλον.
Έτσι, η διεκδίκηση των δικαιωμάτων, δεν αποτελεί απλώς νομική δυνατότητα, αλλά αποτέλεσμα θεσμικής ωριμότητας, διαφάνειας και οργανωμένης εθνικής στρατηγικής που στηρίζεται στη γνώση και όχι στην αποσπασματική διαχείριση.
