Γράφει η Ακεσώ
28 Φεβρουαρίου 2023: η μέρα που ο χρόνος σταματά να κυλά για 57 άτομα, και για τους αναρίθμητους συγγενείς και φίλους τους. Η μέρα που μια κυβέρνηση αποδεικνύει ότι η γυναίκα του Καίσαρα όχι μόνο δεν είναι τίμια, αλλά δεν προσπαθεί καν να φαίνεται τίμια. Η μέρα που γίνονται φανερά τα ημίμετρα που λαμβάνονται για τη μετακίνηση των πολιτών και αναφέρομαι σε όσους δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να ναυλώσουν ιδιωτικά τζετ και σκάφη, αλλά επιλέγουν να πάρουν το ρίσκο του τελευταίου, όπως αποδείχθηκε, ταξιδιού τους. Η μέρα μετά την οποία κηρύσσεται τριήμερο εθνικό πένθος, αλλά σε καμία περίπτωση το «δυστύχημα» δεν μπορεί να ονομαστεί «έγκλημα».
Φυσικά, τίποτα δεν προμηνύει ποια είναι η συνέχεια· κανείς δεν είναι σε θέση να φανταστεί ότι ένα κράτος που επαίρεται για την πρόοδο και κυρίως τη διαφάνεια που το διέπει, τόλμησε να καλύψει τόσο «ελαφρά τη καρδία» και με περίσσιο θράσος τον χώρο του εγκλήματος με τσιμέντο, δυσκολεύοντας έτσι την οποιαδήποτε εύρεση στοιχείων. Οικογένειες, φίλοι και αλληλέγγυοι, βλέπουν γεμάτοι τρόμο ένα κράτος – Νονό να επιλέγει τους αποδιοπομπαίους τράγους που θα υποστούν τις νομικές συνέπειες για τη δυσλειτουργία ενός έργου που το ίδιο όφειλε να έχει υπό την εποπτεία του, να εξαφανίζει όσους μάρτυρες είναι σε θέση να βοηθήσουν στη διαλεύκανση της υπόθεσης, και να δυσκολεύει με πρωτοφανή τρόπο τη σύνταξη πορίσματος.
Γονείς, αδελφοί, σύντροφοι, φίλοι μηνύουν και πιέζουν με όλη τους τη δύναμη για τη δικαίωση των αγαπημένων τους, ενώ γίνονται καθημερινά μάρτυρες της αναπαραγωγής ηχητικών μηνυμάτων και πολυμέσων από τις ειδήσεις. Ακούν τα θύματα να ψελλίζουν απεγνωσμένα «Δεν έχω οξυγόνο» και να ασφυκτιούν, ενώ οι φορείς ενημέρωσης πλουτίζουν από τον πόνο τους, χωρίς φυσικά να τολμούν να επιρρίψουν ευθύνες σε αυτούς που στέρησαν το οξυγόνο.
Η εξήγηση για αυτή την τακτική, είναι πολύ απλή: δεν υπάρχει έγκλημα χωρίς πτώμα και κατ’ επέκταση, δεν υπάρχει ενοχή χωρίς έγκλημα. Τρία χρόνια μετά, τίποτα δεν έχει αλλάξει: αναβολές δικών, δημιουργία διασπαστικής τάσης μέσα στο σύλλογο των συγγενών και φίλων των θυμάτων και τα περιστασιακά «τυράκια» των αποζημιώσεων είναι λίγα μόνο από τα εργαλεία που έχει ως τώρα εκμεταλλευτεί η κυβέρνηση για να μην αναλάβει τις ευθύνες της.
Παρόλα αυτά, τα στοιχεία που έχουν γλιτώσει από την αποσιωπητική λαίλαπα και έχουν αναδυθεί στην επιφάνεια, επιβεβαιώνουν ότι οι παραβάσεις σε ό,τι αφορά την ασφάλεια των επιβατών και τη συντήρηση των συρμών, καλά κρατούν. Σύμφωνα με πόρισμα της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ), τα καθίσματα των τρένων εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να μη φέρουν τα απαραίτητα πιστοποιητικά πυραντοχής, γεγονός που αφενός, εξηγεί την απανθράκωση τόσων ατόμων, και αφετέρου, αποτελεί προάγγελο ενός ίδιου, αν όχι χειρότερου, αποτελέσματος σε περίπτωση επόμενου ατυχήματος.
Το πρόβλημα όμως, δεν είναι μόνο η εγκληματική αδιαφορία για την τήρηση των στοιχειωδών, τουλάχιστον, προδιαγραφών ασφαλείας. Επεκτείνεται και στην επίμονη απόκρυψη και μη έγκαιρη συμπερίληψη των περιεχομένων του πορίσματος στη δικογραφία, έτσι ώστε να μην μπορούν να επικυρωθούν και καταστούν ενοχοποιητικά.
Ιδιαίτερη έκπληξη αποτελεί το γεγονός ότι ενώ η λήψη των δειγμάτων πραγματοποιήθηκε λίγο πριν την εκπνοή του 2024 και στάλθηκαν στο εργαστήριο ένα μήνα μετά, μεσολάβησαν επτά ολόκληροι μήνες μέχρι το εργαστήριο να στείλει τα αποτελέσματα στην αρμόδια αρχή. Ο λόγος; Η μη – έγκαιρη εξόφληση του εργαστηρίου από το ελληνικό δημόσιο. Εκτός αυτού, η υπέρμετρη καθυστέρηση της δημοσίευσης του πορίσματος, κατέστησε αναγκαία τη δημοσίευση, ένα χρόνο μετά, συμπληρωματικού προς το αρχικό πόρισμα από τον ΕΟΔΑΣΑΑΜ (Εθνικός Οργανισμός Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών), το οποίο όμως δεν απαντούσε σαφώς για το αν τα καθίσματα των συρμών εξακολουθούν να έχουν την πυραντοχή ενός καυσόξυλου – και για να μην δόθηκε ποτέ η απάντηση, μάλλον την έχουν!
Σε κάθε περίπτωση, γίνεται ολοένα και πιο αντιληπτό ότι απέναντί μας βρίσκεται ένα κράτος το οποίο αδιαφορεί για τους πολίτες του. Ένα κράτος το οποίο επιλέγει, αντί να αναλάβει τις ευθύνες του και να διορθώσει τα λάθη του, προσπαθεί με τον ένα ή τον άλλον τρόπο να επιβάλει τη σιωπή και τη συλλογική λήθη έτσι ώστε να μπορεί σε βάθος χρόνου να ακολουθήσει ανενόχλητο την ίδια τακτική. Όταν κινητήρια δύναμη αποτελεί πια μόνο η κοινωνική κατακραυγή (και αυτό γιατί συνεπάγεται απώλεια της ψήφου εμπιστοσύνης) και οι πολίτες έχουν πάψει να αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι, αλλά αποτελούν πλέον εξοπλισμό που η συντήρηση ή αντικατάστασή του εξαρτάται από το κόστος, δεν μπορούμε πια να μιλάμε για ένα κράτος πρόνοιας.
Η απροκάλυπτη κοροϊδία – η οποία φυσικά συνεχίζεται, εφόσον βρίσκει πρόσφορο έδαφος – που χαρακτηρίζει για ακόμα μια φορά τον τρόπο διαχείρισης των εθνικών καταστροφών, γεννά τελικά μόνο προβληματισμούς για το πόσο παραπάνω μπορεί να εξευτελιστεί η αξία της ανθρώπινης ζωής – και πόσο πιο ανεκτικοί μπορούμε να γίνουμε και εμείς με τη σειρά μας σε αυτό.
