Γράφει ο Άρης Μέττος
Η πρόσφατη ανακοίνωση της κυβέρνησης για τη δημιουργία ειδικού Γραφείου Εντοπισμού και Αντιμετώπισης “Fake News” στον ΕΟΔΥ, έχει προκαλέσει ένα κύμα ανησυχίας που ξεπερνά το ζήτημα της δημόσιας υγείας. Αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής μας ζωής, την ελεύθερη ροή πληροφοριών και ιδεών. Η παρουσίαση του ως “ασπίδα προστασίας του πολίτη” αποτυγχάνει να καλύψει το βαθύτερο, πιο ανησυχητικό πλαίσιο, τη μεταμόρφωση της αλήθειας από έναν δημοκρατικό στόχο, σε μια κρατικά διαχειριζόμενη υπηρεσία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον ελεύθερο διάλογο και την κοινωνική εμπιστοσύνη.
Η νέα πρωτοβουλία, όπως παρουσιάστηκε στο δελτίο τύπου, μιλά για ένα σύστημα που θα παρακολουθεί τον δημόσιο λόγο, θα ταξινομεί πληροφορίες σε επίπεδα επικινδυνότητας και θα παρεμβαίνει όταν κρίνει πως χρειάζεται. Παρ’ όλα αυτά, το μοναδικό νομικό κείμενο που έχει δεσμευτική ισχύ, το ΦΕΚ που ιδρύει το συγκεκριμένο γραφείο, δεν αναφέρει τίποτα για τέτοιες εκτεταμένες αρμοδιότητες.
Αυτή η αντίθεση ανάμεσα σε μια εντυπωσιακή εξαγγελία και μια νομική βάση που παραμένει αόριστη, δημιουργεί από μόνη της μια επικίνδυνη γκρίζα ζώνη. Τι ακριβώς δημιουργείται; Με ποιες εγγυήσεις και όρια; Πώς θα λειτουργεί το σύστημα ταξινόμησης και ποιος θα αποφασίζει τα κριτήρια; Η απάντηση: «είναι για την προστασία σας» δεν αρκεί, ειδικά όταν το κράτος εμφανίζεται ως ο απόλυτος κριτής του τι είναι αλήθεια και τι ψευδές, ο ίδιος που μπορεί να επιβραβεύει και να τιμωρεί.
Η αναφορά στον Όργουελ και στο ‘’Υπουργείο Αλήθειας’’ από το βιβλίο του “1984”, μπορεί να φαίνεται υπερβολική, αλλά αγγίζει μια ανησυχία που δεν πρέπει να αγνοήσουμε. Δεν είναι μια δραματική υπερβολή, αλλά μια υπενθύμιση για το πού μπορεί να οδηγήσει μια τέτοια λογική. Όταν το κράτος, ακόμη κι αν έχει καλές προθέσεις, γίνεται ο μοναδικός διαχειριστής της πραγματικότητας, τότε αποκτά εργαλεία κοινωνικού ελέγχου που δεν ταιριάζουν σε μια δημοκρατία. Στόχος δεν είναι πλέον η απλή ενημέρωση, αλλά η διαχείριση της αφήγησης.
Στον τομέα της υγείας, κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε μια επιστροφή στη λογική της μιας και μοναδικής αλήθειας, αντίθετη με τον ίδιο τον τρόπο που λειτουργεί η επιστήμη με συζήτηση, διαφωνίες και συνεχή αναθεώρηση. Μετά την πανδημία, όπου είδαμε την επιστημονική γνώση να αλλάζει συνεχώς, η επιβολή ενός ενιαίου, αδιαμφισβήτητου αφηγήματος από μια κρατική υπηρεσία είναι και άστοχη και επικίνδυνη.
Η ανάγκη να προστατευτεί το κοινό από την παραπληροφόρηση είναι πραγματική. Το διαδίκτυο βρίθει από θεωρίες και ισχυρισμούς χωρίς βάση. Όμως, το ζήτημα είναι ποιος ορίζει τα όρια της παραπληροφόρησης, ειδικά σε σύνθετα επιστημονικά θέματα, όπως οι πιθανές παρενέργειες των εμβολίων, όπου η γνώση δεν είναι ποτέ στατική. Η προηγούμενη εντολή της αναπληρώτριας υπουργού στον ΕΟΔΥ “να γίνει κάτι” με δημοσιεύματα που συνδέουν τα εμβόλια με καρκινογένεση, και να καταγραφούν συστηματικά, μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια δημιουργίας ενός παράλληλου αφηγήματος, όπου κάθε δυσάρεστη ή δύσκολη πληροφορία θα χαρακτηρίζεται αυτομάτως ως ψευδής.
Ο πραγματικός κίνδυνος, λοιπόν, δεν είναι η αντιμετώπιση των σχετικών ψεμάτων. Είναι η εξαφάνιση των αμφιβολιών, των αποριών και των γκρι περιοχών που είναι αναγκαίες σε μια ζωντανή, σκεπτόμενη κοινωνία. Είναι η μετατροπή του πολίτη από ενεργό συμμετέχοντα στον δημόσιο διάλογο, σε παθητικό δέκτη μιας “εγκεκριμένης” εκδοχής της πραγματικότητας. Η δημιουργία τέτοιων ψηφιακών μηχανισμών επιτήρησης, σε μία εποχή που οι ίδιες οι πλατφόρμες κατηγορούνται, ήδη, για λογοκρισία, έρχεται να ενισχύσει μια συνθήκη παρακολούθησης του δημόσιου λόγου που δεν έχει θέση σε μια δημοκρατία. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ξεκάθαρο, οποιαδήποτε ιδιωτική έκφραση διαφωνίας, αντιμετωπίζεται ως απειλή που χρειάζεται έλεγχο.
Δυστυχώς, η ελιτίστικη και αυταρχική προσέγγιση με την οποία αντιμετωπίζονται ζητήματα που αφορούν τόσο το σύνολο της κοινωνίας όσο και εξειδικευμένους τομείς, όπως η υγεία, από τις κυβερνήσεις πολλών χωρών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη διαχείριση της πανδημίας του κορονοϊού, έχει δημιουργήσει καχυποψία και έντονες αντιδράσεις σε μεγάλη μερίδα πολιτών παγκοσμίως. Η δυσπιστία αυτή, αφορά κυρίως την ορθότητα των πρακτικών που ακολουθήθηκαν και την πραγματική τους αποτελεσματικότητα.
Οι πολίτες, πλέον, αναζητούν την αλήθεια και τη βέλτιστη αντιμετώπιση των προβλημάτων τους σε όλους τους τομείς και ιδιαίτερα στον ευαίσθητο χώρο της υγείας. Έχουν κουραστεί από αδιαφάνεια, αντιφάσεις, σκάνδαλα και την εμφανή αποτελεσματικότητα πολιτικών που εφαρμόζονται από τις κυβερνήσεις τους. Σε δημοκρατικά καθεστώτα και όχι σε θεοκρατικά ή δικτατορικά συστήματα, η διακίνηση της πληροφορίας έχει αλλάξει ριζικά. Το διαδίκτυο και η τεχνητή νοημοσύνη προσφέρουν πλέον στους πολίτες πρόσβαση σε πληθώρα γνώσεων και δεδομένων, επιτρέποντας μια πιο σφαιρική και τεκμηριωμένη ενημέρωση.
Δεν είναι δυνατόν οι πολιτικοί εκπρόσωποι, που συχνά καθοδηγούνται από συγκεκριμένα οικονομικά και επιχειρηματικά συμφέροντα, να συνεχίζουν να εφαρμόζουν τις ίδιες παρωχημένες τακτικές ελέγχου και χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Η ανάγκη για μια εποχή διαφάνειας, αλήθειας και πραγματικής ευημερίας είναι πλέον επιτακτική, προκειμένου η ανθρωπότητα να μπορέσει να προχωρήσει μπροστά. Μόνο έτσι θα επωφεληθεί ουσιαστικά από την ανάπτυξη και τα τεχνολογικά άλματα που έρχονται, σε αρμονία πάντα με τη φύση, τις ανάγκες και τις φιλοδοξίες των λαών για συνεργασία και πρόοδο.
Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε, είναι ένα κράτος που αναλαμβάνει ρόλο
“Επόπτη της Αλήθειας”. Η αλήθεια δεν είναι μια υπηρεσία που προσφέρει το κράτος. Είναι αποτέλεσμα ελεύθερης συζήτησης, ανταλλαγής ιδεών, κριτικής και σύγκρουσης επιχειρημάτων. Κάθε προσπάθεια περιορισμού αυτής της διαδικασίας, ακόμη και με πρόσχημα την προστασία μας, λειτουργεί τελικά εις βάρος της ελευθερίας μας. Και αυτός είναι ένας κίνδυνος πολύ μεγαλύτερος από οποιαδήποτε ανάρτηση ή δημοσίευμα. Είναι ο κίνδυνος να βρεθούμε σε μια πραγματικότητα που θυμίζει το ’’1984’’, όχι από κακή πρόθεση, αλλά από μια βαθιά παρεξήγηση του τι σημαίνει πραγματική προστασία της κοινωνίας.
