Κοκαΐνη στο Λιμεναρχείο: Όταν η Αστυνομία γίνεται πελάτης του εγκλήματος


Γράφει η Αργυρώ Παναγιωτοπούλου

Συχνά, ακούμε και διαβάζουμε στα μέσα ενημέρωσης, ειδήσεις, που αφορούν μικρές ή μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, που εντοπίζονται και κατάσχονται από τις αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές της χώρας. Η είδηση όμως ότι “συνελήφθη ο Διοικητής της Δίωξης Ναρκωτικών του λιμεναρχείου Πειραιά και ένας λιμενικός για διακίνηση κοκαΐνης”, έσκασε σαν βόμβα, προκαλώντας ιδιαίτερη αίσθηση. 

Όλοι γνωρίζουμε τις ολέθριες συνέπειες από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, που πολλές φορές οδηγούν και μέχρι τον θάνατο. Το τελευταίο διάστημα το φαινόμενο αυτό έχει λάβει διαστάσεις αληθινής μάστιγας.

Η Ελληνική Αστυνομία μέσω του τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών, ασκεί καθημερινούς ελέγχους, καταστρώνει στρατηγικές παρακολούθησης και επεμβαίνει προκειμένου, να συλλάβει τους υπόπτους και να κατασχέσει μικρές ή μεγάλες ποσότητες των εξαρτησιογόνων αυτών ουσιών, πριν διοχετευθούν στην “αγορά”.

Στη συνέχεια ακολουθείται μια πολύ συγκεκριμένη διαδικασία, για τη μεταφορά τους και τη φύλαξή τους, που συνοδεύεται φυσικά, από όλα τα απαραίτητα έγγραφα, αναφορές και φακέλους, αν πρόκειται να ασκηθεί ποινική δίωξη, έως και την καύση τους.

Φαίνεται όμως, ότι όλος αυτός ο καλοστημένος θεωρητικά μηχανισμός, που εποπτεύει την διακίνηση των ναρκωτικών, “μπάζει” νερά. 

 Κάποιοι όμως, από αυτούς που είναι υπεύθυνοι για την επίβλεψη και την αποτελεσματική λειτουργία του, εμπλέκονται σε σοβαρές παρανομίες,όπως συνέβη με τους δύο λιμενικούς εκ των οποίων, ο ένας είναι μάλιστα και ο Διοικητής του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών του Λιμεναρχείου Πειραιά. 

Ο συλληφθείς Διοικητής φέρεται ότι δεν έδρασε μόνος του, αλλά σε συνεργασία με άλλα άτομα, τρία εκ των οποίων βρίσκονται κρατούμενοι μέσα στις φυλακές, πράγμα που αφήνει υπόνοιες για την εμπλοκή του σε ένα καλά οργανωμένο δίκτυο ναρκωτικών.

 Σε στιγμές κινδύνου, όλοι λέμε: “Να καλέσουμε την αστυνομία” διότι γνωρίζουμε, ότι η αποστολή της και ο προορισμός της, ως θεσμός του Κράτους, είναι να εγγυάται την ασφάλεια μας. Όταν όμως γινόμαστε μάρτυρες τέτοιων παράνομων ενεργειών απο στελέχη των Σωμάτων ασφαλείας, αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά και κλονίζεται σοβαρά η εμπιστοσύνη μας, απέναντι στα όργανα της Τάξεως.

Ο κάθε αστυνομικός με οποιοδήποτε βαθμό κατέχει, σε οποιοδήποτε σώμα κι αν υπηρετεί, είναι υποχρεωμένος να τηρεί τον όρκο που έδωσε, όταν ανέλαβε την υπηρεσία του, ότι θα εξασφαλίζει τη δημόσια ειρήνη και ευταξία. Βρίσκεται σ΄αυτή τη θέση, γιατί επέλεξε να εργαστεί για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος. Όταν, όμως τα ίδια τα αστυνομικά όργανα προβαίνουν σε αξιόποινες πράξεις αναλογίζεται κανείς σε ποιά κατάπτωση έχει πέσει η κοινωνία, 

Είναι γεγονός, ότι η σημερινή κοινωνία έχει βυθιστεί στην εξαθλιωτική φτώχεια, με αποκορύφωμα τα χρόνια των μνημονίων και εντεύθεν.

Σε τέτοιες κοινωνικές συνθήκες φουντώνει και καλλιεργείται ο φθόνος, ως προϊόν στέρησης της αφθονίας, ο οποίος με τη σειρά του επιφέρει ένα σωρό δεινά, όπως διχόνοιες, ίντριγκες, απληστία. Δεινά, που διαταράσσουν τη συνοχή και εύρυθμη λειτουργία του κοινωνικού συνόλου. Το ηθικό υπόβαθρο διαβρώνεται σταδιακά και η διαφθορά αρχίζει να κερδίζει έδαφος, καθώς στην προσπάθειά του κάποιος να αποκτήσει περισσότερα, ή να προαχθεί σε ανώτερη θέση, είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα, χωρίς πια να ενδιαφέρεται για τις Αξίες και τις Αρχές, που πρέπει να διέπουν τη ζωή του. 

Τελικά, ποιός θα μας προφυλάξει από τόσους κινδύνους, όταν βλέπουμε να πέφτει και το τελευταίο προπύργιο προστασίας;

Ο Κρατικός Μηχανισμός αποδεικνύεται στην πράξη ανίκανος να μας προστατεύσει στα τόσα προβλήματα της καθημερινότητας μας, στα οποία τώρα προστίθεται και η αγωνία για τα ίδια μας τα παιδιά που παραμένουν εκτεθειμένα, εκτός των άλλων και στην απειλή των ναρκωτικών. 

Γιατί δεν έχει βρεθεί άραγε μια αποτελεσματική λύση από την Κεντρική Κυβέρνηση που να δώσει οριστικό τέλος στο τεράστιο αυτό πρόβλημα; Ως φαίνεται, δεν υπάρχει η ισχυρή πολιτική βούληση που χρειάζεται για την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος.

Αντίθετα, ο διάτρητος Κρατικός Μηχανισμός έχει επιτρέψει στη διαφθορά να διεισδύσει σε όλες τις δομές του, με αποτέλεσμα να βιώνουμε όλοι μας ένα τεράστιο άδικο, που διαιωνίζεται και θέτει σε κίνδυνο την ίδια μας τη ζωή/

Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι πρέπει να μπει ένα τέλος στην απαράδεκτη αυτή κατάσταση!

Μια αληθινή και δίκαιη Πολιτεία αναγνωρίζει ως καθήκον και προτεραιότητα της ότι οι πολίτες της πρέπει να διαβιώνουν σε ένα ασφαλές σε όλα τα επίπεδα περιβάλλον. 

Οφείλει επομένως να διασφαλίζει την ορθή λειτουργία και των τριών Σωμάτων Ασφαλείας, για τη διατήρηση σταθερού κλίματος ασφάλειας και κοινωνικής ειρήνης. 

Συγκεκριμένα οι Αστυνομικοί επειδή είναι οι Θεματοφύλακες των πολυτιμότερων αγαθών και δικαιωμάτων του Πολίτη, η Πολιτεία πρέπει να θέτει στη διάθεσή τους, όλα τα απαραίτητα εφόδια, όπως τον απαραίτητο υλικοτεχνικό εξοπλισμό και εκπαίδευση και να τους παρέχει και την ανάλογη μισθολογική και ασφαλιστική κάλυψη, προκειμένου να εκτελούν τα καθήκοντά τους με αμεροληψία, διαφάνεια και αξιοπρέπεια, προστατεύοντας χωρίς διάκριση όλους τους πολίτες, από παράνομες σε βάρος τους πράξεις. Είναι αδιανόητο, επομένως, για τον Αστυνομικό Λειτουργό οποιασδήποτε βαθμίδας να προσφεύγει ο ίδιος σε αξιόποινες πράξεις. 

Εν ολίγοις, πολιτική βούληση και διοικητική πειθαρχία χρειάζονται, για την πάταξη παντός είδους εγκληματικότητας, όπου τα Όργανα Ασφαλείας θα ενεργούν με μοναδικό σκοπό τη διασφάλιση της ελευθερίας και των δικαιωμάτων όλων των πολιτών.

Visited 5 times, 1 visit(s) today

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *