Γράφει η Τυρώ
Ο Μπιλ Γκέιτς δεν είναι αγρότης της φύσης. Δεν προέρχεται από τον κόσμο της παραδοσιακής καλλιέργειας, ούτε έχει συνδεθεί με τη φιλοσοφία της φυσικής τροφής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ιστορικά μέσα από τη γη, τον αγρότη και τον κύκλο των εποχών. Αντιθέτως, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους ενός νέου μοντέλου διατροφής, το οποίο άρχισε να διαμορφώνεται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 2000 και ωρίμασε την περίοδο μετά το 2010. Σε αυτό το μοντέλο, η τροφή αντιμετωπίζεται ως τεχνολογικό προϊόν και όχι ως φυσικό αγαθό. Πρόκειται για τη βιοτεχνολογική διατροφή, όπου η παραγωγή μεταφέρεται από το χωράφι, στο εργαστήριο και από τη φύση, σε βιομηχανικά εργαστήρια τροφίμων.
Ήδη από το 2000, με την ίδρυση του Bill & Melinda Gates Foundation, η διατροφή και η γεωργία εντάχθηκαν σταδιακά στους βασικούς άξονες της παγκόσμιας δράσης του. Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και κυρίως την περίοδο 2006–2010, το Ίδρυμα άρχισε να χρηματοδοτεί μεγάλης κλίμακας αγροτικά προγράμματα, κυρίως στην Αφρική και την Ασία, τα οποία βασίζονταν σε βελτιωμένους σπόρους, χημικά λιπάσματα και εντατικές καλλιεργητικές πρακτικές. Οι παρεμβάσεις αυτές παρουσιάστηκαν ως αναγκαίες για την αύξηση της παραγωγικότητας και την καταπολέμηση της πείνας, αλλά ταυτόχρονα σηματοδότησαν τη μετάβαση από την παραδοσιακή γεωργία, σε ένα πλήρως εξαρτημένο βιομηχανικό σύστημα.
Από το 2013 και μετά, η κατεύθυνση αυτή έγινε ακόμη πιο ξεκάθαρη. Ο Μπιλ Γκέιτς άρχισε να επενδύει συστηματικά σε εταιρείες που παράγουν συνθετικά και εργαστηριακά τρόφιμα, όπως φυτικά αυγά και υποκατάστατα ζωικών προϊόντων. Την ίδια περίοδο, ενισχύθηκε η δημόσια υποστήριξή του προς τις γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες, τις οποίες παρουσίασε ως απαραίτητο εργαλείο επιβίωσης της γεωργίας σε έναν κόσμο που αλλάζει, λόγω της κλιματικής κρίσης.
Το 2015, με τη δημιουργία του επενδυτικού σχήματος Breakthrough Energy, η τροφή εντάχθηκε οριστικά στο αφήγημα της κλιματικής αλλαγής. Δεν αντιμετωπιζόταν πλέον ως φυσικό αγαθό, αλλά ως παράγοντας ενός τεχνολογικού και περιβαλλοντικού ζητήματος που έπρεπε να ελεγχθεί. Από το 2016 έως το 2018, οι επενδύσεις σε καλλιεργούμενο κρέας, δηλαδή κρέας που παράγεται σε εργαστήρια από κύτταρα χωρίς εκτροφή ζώων, ενίσχυσαν αυτή την ιδέα. Την ίδια περίοδο, ο ίδιος δήλωνε δημόσια ότι οι ανεπτυγμένες χώρες θα πρέπει να στραφούν πλήρως στο συνθετικό κρέας.
Παράλληλα, από το 2018 έως το 2020, χρηματοδοτήθηκαν ερευνητικά προγράμματα για την κατανάλωση εντόμων ως εναλλακτική πηγή πρωτεΐνης, κυρίως για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Η διατροφή απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από τη φυσική της βάση και επαναπροσδιοριζόταν ως ζήτημα απόδοσης, κόστους και ελέγχου.
Την ίδια ακριβώς περίοδο, από το 2019 έως το 2022, αποκαλύφθηκε ότι ο Μπιλ Γκέιτς είχε εξελιχθεί στον μεγαλύτερο ιδιοκτήτη καλλιεργήσιμης γης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέσω επενδυτικών σχημάτων, απέκτησε εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα αγροτικής γης, τα οποία καλλιεργούνται με βιομηχανικές μεθόδους και μονοκαλλιέργειες. Η συγκέντρωση αυτής της γης, δεν αφορά απλώς την κατοχή ενός φυσικού πόρου, αλλά τον έλεγχο της πρώτης ύλης από την οποία παράγεται η τροφή.
Και εδώ γεννιούνται τα κρίσιμα ερωτήματα! Όταν η γη συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια και η τροφή μετατρέπεται σε τεχνολογικό προϊόν, ποιος ελέγχει τελικά τη διατροφή; Ποιος αποφασίζει τι είναι κατάλληλο για κατανάλωση και τι όχι; Και ποια είναι η θέση του ανεξάρτητου αγρότη σε ένα σύστημα όπου, από τις αρχές της δεκαετίας του 2020, οι σπόροι, τα λιπάσματα, η γη και το τελικό τρόφιμο βρίσκονται υπό τον έλεγχο μεγάλων επενδυτικών και τεχνολογικών φορέων;
Η προώθηση συνθετικών τροφίμων, εργαστηριακού κρέατος και εναλλακτικών πρωτεϊνών, δεν παρουσιάζεται ως απαγόρευση της φυσικής τροφής, αλλά ως Λύση. Ωστόσο, όσο η φυσική παραγωγή γίνεται πιο δύσκολη, πιο ακριβή και πιο περιορισμένη, τόσο τα τεχνητά υποκατάστατα εμφανίζονται όχι ως Επιλογή, αλλά ως Μονόδρομος. Από το 2023 και μετά, αυτή η αλλαγή προβάλλεται όλο και πιο έντονα ως Αναπόφευκτη.
Έτσι, η αγορά γης και η επένδυση στη βιοτεχνολογική διατροφή, δεν αποτελούν ασύνδετες κινήσεις, αλλά κομμάτια ενός ενιαίου μοντέλου που διαμορφώνεται εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες. Ένα μοντέλο όπου η τροφή απομακρύνεται από τη φύση και εντάσσεται σε ένα πλήρως ελεγχόμενο σύστημα παραγωγής. Ένα σύστημα που υπόσχεται σταθερότητα και ασφάλεια, αλλά ταυτόχρονα διχάζει, δημιουργεί ανησυχία και γεννά φόβους για την απώλεια της διατροφικής αυτονομίας και της φυσικής σχέσης του ανθρώπου με τη γη.
Πώς δένει το χρονολόγιο με το συμπέρασμα;
Το χρονολόγιο δείχνει ότι δεν πρόκειται για αποσπασματικές κινήσεις, αλλά για μια μακροχρόνια, συνεπή στρατηγική, πρώτα η τεχνολογία, μετά η τροφή, στη συνέχεια η γη και τελικά, ο έλεγχος ολόκληρης της διατροφικής αλυσίδας, από τον σπόρο έως το πιάτο.
Πρώτα λοιπόν ελέγχεις την αφήγηση, δηλαδή δεν ξεκινάς αλλάζοντας την τροφή, ξεκινάς αλλάζοντας τον τρόπο που ο κόσμος σκέφτεται για την τροφή. Του λες λοιπόν ότι η φυσική παραγωγή δεν επαρκεί, ότι ο αγρότης ρυπαίνει, ότι το κρέας είναι πρόβλημα και η κλιματική αλλαγή δεν αφήνει άλλη επιλογή. Όταν αυτά γίνουν κοινή αλήθεια, τότε, οι εργαστηριακές λύσεις δεν φαίνονται επιβολή, φαίνονται αναγκαίες, λογικές και αναπόφευκτες. Άρα, πρώτα ελέγχουν τι θεωρεί ο κόσμος φυσιολογικό και σωστό, και μετά του σερβίρουν τη “λύση”.
Το ερώτημα που παραμένει βέβαια ανοιχτό, δεν είναι αν η τεχνολογία θα μπει στη διατροφή, γιατί αυτό έχει ήδη συμβεί. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι κοινωνίες θα αποδεχτούν την ψεύτικη, εργαστηριακή τροφή ως αναπόφευκτο μοντέλο ή αν θα επιλέξουν τη διατροφική τους αυτονομία.
Η πραγματική αυτάρκεια και ελευθερία μιας πολιτείας ξεκινά από τη γη και την τροφή της, από την καλλιέργεια με παραδοσιακούς ελληνικούς σπόρους, την προστασία του ταμείου των ελληνικών σπόρων, την πλήρη απαγόρευση των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών και τον σεβασμό στους φυσικούς νόμους. Αυτή η επιλογή δεν είναι ουτοπία, αλλά εφαρμόσιμη λύση και πολιτική πράξη, που μπορεί να υλοποιηθεί μέσα από μια κυρίαρχη ελληνική πολιτεία, όπως αυτή εκφράζεται από την Ελλήνων Συνέλευσις. Γιατί η τροφή δεν είναι εμπόρευμα· είναι βάση ζωής, ελευθερίας και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
