Γράφει ο Άρης Μέττος

Η συνέχιση των κινητοποιήσεων του αγροτοκτηνοτροφικού κλάδου στην χώρα μας, αλλά και σε ευρύτερη κλίμακα στον Ευρωπαϊκό χώρο, υποδηλώνει την ανάγκη ύπαρξης μιας μακροπρόθεσμης, στρατηγικής, συλλογικής αντιμετώπισης των προβλημάτων επιβίωσης των επαγγελματιών του χώρου, καθώς και δημιουργίας μιας συνεργατικής κουλτούρας στους κόλπους των παραγωγών η οποία θα δώσει προστιθέμενη αξία στα προϊόντα της πρωτογενούς παραγωγής.

Για κοινά προβλήματα και αιτήματα πέρα από κομματικές ταυτότητες και συμφέροντα, έκαναν αναφορά οι αγρότες και κτηνοτρόφοι που βρέθηκαν στην προγραμματισμένη πανελλήνια σύσκεψη στο Πολιτιστικό Κέντρο της Νίκαιας στη Λάρισα. Με κυριότερο πρόβλημα το υψηλό κόστος παραγωγής που παρασύρει στα ύψη τις δαπάνες της τροφοεφοδιαστικής αλυσίδας και εκμηδενίζει το καθαρό κέρδος των παραγωγών σε μια εποχή που η ‘’κλιματική αλλαγή’’ (π.χ. κακοκαιρία Daniel στην Θεσσαλία) επηρεάζει αρνητικά τον κλάδο και τα δημοσιονομικά μεγέθη, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να δώσει ουσιαστικές λύσεις σε εθνικό και συλλογικό επίπεδο.

Οι αγροτικές περιοχές στην Ε.Ε. φιλοξενούν 137 εκατομμύρια ανθρώπους, δηλαδή περίπου 30% ολόκληρου του πληθυσμού της Ένωσης. Η ύπαρξη της ΚΑΠ (κοινή αγροτική πολιτική) για τις χώρες του Ευρωπαϊκού χώρου θα πρέπει να αποτελεί σημαντικό εργαλείο ορθής διαχείρισης των φυσικών πόρων και των οικοσυστημάτων που την απαρτίζουν. Το ύψος του προϋπολογισμού της ΚΑΠ για ολόκληρη την προγραμματική περίοδο 2021-2027 ανέρχεται στα €387 δις. Από αυτές τις χρηματοδοτήσεις τα €19 δις της ΚΑΠ αφορούν την ελληνική οικονομία με σχεδόν τη μισή έκταση της χώρας (45,5%) να αποτελεί γεωργική γη, η οποία παράγει περίπου 70 κατηγορίες προϊόντων. Η σωστή χρήση και κατανομή αυτών των πόρων από την Ελληνική κυβέρνηση είναι αναγκαία για την ενίσχυση του κλάδου, όμως πολλά περισσότερα πρέπει να γίνουν για να υπάρξει ολοκληρωμένη εξυγίανση και ανάπτυξη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει στα πλαίσια των προβλημάτων που προκύπτουν κάθε χρόνο στον τομέα της πρωτογενούς παραγωγής να εξαντλήσει τις χρηματοδοτικές της δυνατότητες ενίσχυσης του συγκεκριμένου τομέα πάντα με κεντρικό γνώμονα την θέσπιση αυστηρών κανονισμών που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια των τροφίμων, την υγεία των ζώων και των φυτών, αλλά και του περιβάλλοντος.

Για παράδειγμα στα πλαίσια της ενδιάμεσης αναθεώρησης του μακροπρόθεσμου προϋπολογισμού της Ε.Ε. συζητείται η ενίσχυση της Ουκρανικής οικονομίας με 50 δις (υπό μορφή επιχορηγήσεων και δανεισμού) στα πλαίσια συμφωνίας για εισαγωγή φθηνών σιτηρών από αυτήν. Κινήσεις σαν και αυτή δεν αφαιρούν μόνο σημαντικούς πόρους από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους πολίτες της αλλά καταστρέφουν, μέσω των φθηνών εισαγωγών την ενωσιακή αγορά και τους παραγωγούς σίτου.

Τέτοιες πρακτικές συναντάμε σε μεγάλο βαθμό στην χώρα μας με την εισαγωγή φθηνών προϊόντων κατώτερης ποιότητας από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης (π.χ. Τουρκία, Αργεντινή κλπ) που έχουν φθηνότερο κόστος παραγωγής και είναι πιο ανταγωνιστικές.

Μια κοινή αγροτική πολιτική θα πρέπει σε πρώτη φάση να ευνοεί τους εθνικούς και ευρωπαϊκούς μηχανισμούς παραγωγής με στόχο της δημιουργία ποιοτικών και ανταγωνιστικών προϊόντων. Η μεταποίηση και τυποποίηση αυτών των προϊόντων στην συνέχεια με σκοπό την κάλυψη του 100% των αναγκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και η εξαγωγή τους θα δημιουργήσει ικανοποιητικά εισοδήματα για τους επαγγελματίες του κλάδου και θα αποτελέσει μοχλό προσέλκυσης νέων ανθρώπων σε αυτόν.

Η Ελλάδα καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά γεωργών νεαρής ηλικίας (3,7%) το 2016 επί του συνολικού αριθμού διαχειριστών γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Το νούμερο αυτό είναι κάτω από τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. (5,1%), ενώ τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μείωση στις θέσεις εργασίας αγροτών και κτηνοτρόφων στην ηλικιακή ομάδα έως 44 ετών.

Η ανάγκη για άμεση καταβολή των επιδοτήσεων και αποζημιώσεων σε ένα τόσο επισφαλή τομέα από πλευράς εισοδημάτων, αποτελεί ένα γραφειοκρατικό εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί στην χώρα μας. Το κόστος της ενέργειας αποτελεί τον κυριότερο λόγο δημιουργίας αυτής της κρίσης που μπορεί να εξελιχθεί σε επισιτιστική αν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες παρεμβάσεις. Το κόστος παραγωγής, τα φυτοφάρμακα και τα λιπάσματα, τα πλαστικά των θερμοκηπίων, η χρήση των αγροτικών μηχανημάτων και κατ’ επέκταση η μεταποίηση και η διάθεση του τελικού προϊόντος εξαρτώνται από την τιμή του πετρελαίου.

Στην ουσία οι άνθρωποι και η κοινωνία στο σύνολό της εξαρτάται από συγκεκριμένα συμφέροντα, εταιρείες και οικονομικά καρτέλ που ανεβοκατεβάζουν την τιμή της ενέργειας βάση ενός πλάνου εκμετάλλευσης των πολιτών και των παραγωγικών του δυνατοτήτων. Δεν είναι τυχαίο το παράδειγμα της ΔΕΗ που από μια εταιρεία στα πρόθυρα της χρεοκοπίας τα τελευταία χρόνια έχοντας σαν δικαιολογία την ‘’ενεργειακή κρίση’’ που υπάρχει, για διάφορους λόγους, σε πλήρη σύμπνοια με την κυβερνητική πολιτική εφάρμοσε μια ληστρική τιμολογιακή στρατηγική που της έδωσε την δυνατότητα να κάνει επενδύσεις δισεκατομμυρίων όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες (π.χ. Ρουμανία).

Οι επισιτιστικές ανάγκες των ανθρώπων είναι πρωταρχικής σημασίας για την διαβίωση τους. Τρόφιμα από γενετικά τροποποιημένους σπόρους και υβρίδια, επικίνδυνα χημικά, αυξητικές ορμόνες, τεχνητό κρέας κυτταροκαλλιέργειας, μικροπλαστικά στις θάλασσες και πολλά άλλα είναι ήδη στοιχεία της διατροφής μας σήμερα και στο άμεσο μέλλον προκειμένου, και καλά, να αντιμετωπιστεί η τεράστια αύξηση του πληθυσμού σε παγκόσμιο επίπεδο και οι διατροφικές ανάγκες του.

Για άλλη μια φορά οι πολίτες όλων των χωρών σε παγκόσμιο επίπεδο πληρώνουν μέσω της φορολογίας τους οργανισμούς, μηχανισμούς και θεσμούς για να τους εξοντώσουν στα πλαίσια ενός οργανωμένου σχεδίου διαχείρισης και ελέγχου της τροφικής αλυσίδας που εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα και συντεχνίες.

‘’ Όποιος ελέγχει την τροφή και την ενέργεια ελέγχει τα πάντα’’. Η συγκεκριμένη διαπίστωση έχει άμεση σχέση με τις κινητοποιήσεις των αγροτοκτηνοτρόφων. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής και η αστυφιλία έχει απομακρύνει τον άνθρωπο από την φύση. Η σύνδεση του ανθρώπου με την γη και την πρωτογενή παραγωγή θα πρέπει να επανέλθει έστω και σε γνωστικό επίπεδο. Η ύπαρξη ‘’καθαρών’’ τροφίμων και νερού ως απόρροια ενός οργανικού προτύπου ανάπτυξης της τροφικής αλυσίδας (με χρήση βιολογικών λιπασμάτων και οικολογικών ζωοτροφών) και χρήσης νέων τεχνολογιών (ίσως και απόρρητων) και μορφών ενέργειας που μπορούν να αντικαταστήσουν το σημερινό ελεγχόμενο ενεργειακό μοντέλο θα έχουν άμεσο αντίκτυπο στην μείωση του κόστους παραγωγής – μεταποίησης και διάθεσης των προϊόντων στον τελικό καταναλωτή – πολίτη. Μέσω ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού αποκέντρωσης πολίτες με πενιχρά εισοδήματα, άνεργοι και κυρίως νέοι θα μπορέσουν να βρουν εργασία και να εξελιχθούν στα πλαίσια ανάπτυξης της πρωτογενούς παραγωγής και επέκτασης της σε όλη την Ελληνική και Ευρωπαϊκή επικράτεια εκμεταλλευόμενη σε μεγαλύτερο βαθμό το διαθέσιμο υπέδαφος και πόρους.

Ο αγροτοκτηνοτροφικός κλάδος και η αλιεία με έμφαση στην προστασία του περιβάλλοντος και την πράσινη ενέργεια θα πρέπει να αποτελέσει κύριο μέλημα σε εθνικό και Ευρωπαϊκό επίπεδο. Η συνεργατικότητα των παραγωγικών δυνάμεων με στόχο την άμεση ενίσχυση της προστιθέμενης αξίας των προϊόντων τους θα δημιουργήσει άρτιους επαγγελματίες με αξιοπρεπή εισοδήματα και σεβασμό στην φύση και τον άνθρωπο. Τα χρήματα της φορολογικής διαδικασίας θα επιστρέφουν μέσω ενισχύσεων και αποζημιώσεων στους πολίτες οι οποίοι θα απολαμβάνουν την ανταποδοτικότητα της παραγωγικής διαδικασίας με ασφάλεια και υψηλό αίσθημα ευθύνης απέναντι στο πολίτη και την διατροφή του.