Γράφει ο ‘Αρης Μέττος
Σήμερα, ένας μεγάλος αριθμός εργαζομένων στη χώρα δουλεύει πάρα πολλές ώρες, για να τα βγάλει πέρα. Τα επίσημα στοιχεία της Eurostat για το β’ τρίμηνο του 2025 λένε ότι σχεδόν ένας στους πέντε εργαζόμενους 20 – 64 ετών στην Ελλάδα, δηλώνει πάνω από 45 ώρες δουλειάς την εβδομάδα, αν μετρήσουμε μαζί την κύρια και τυχόν δεύτερη εργασία. Στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το αντίστοιχο ποσοστό είναι περίπου ένας στους δέκα.
Την ίδια ώρα, οι τιμές παραμένουν υψηλές. Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει για τον Σεπτέμβριο 2025 ετήσια αύξηση τιμών 1,8% και μέσο ρυθμό 12μήνου 3%. Μπορεί οι ρυθμοί να είναι χαμηλότεροι από τα «εκρηκτικά» χρόνια, όμως το επίπεδο τιμών έχει ανέβει και δεν έχει επιστρέψει εκεί που ήταν πριν. Αυτό το νιώθουν όλοι στο σούπερ μάρκετ, στα ενοίκια, στην ενέργεια…
Αν κοιτάξουμε την αγοραστική δύναμη, δηλαδή τι μπορεί να αγοράσει στην πράξη ένα νοικοκυριό, η εικόνα είναι επίσης δύσκολη. Η Eurostat, με τον δείκτη «πραγματική ατομική κατανάλωση» ανά κάτοικο, δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ και στο ΑΕΠ ανά κάτοικο, προσαρμοσμένο για τις διαφορές τιμών, η χώρα επίσης υστερεί. Με απλά λόγια: δουλεύουμε πολύ, αλλά αυτά που μπορούμε να αγοράσουμε με τον μισθό μας είναι λιγότερα σε σχέση με τον μέσο ευρωπαίο.
Σε αυτή την πραγματικότητα, έχει βαρύ αποτύπωμα η δεκαετία των μνημονίων. Δεν ήταν μόνο τα εξοντωτικά δημοσιονομικά μέτρα· άλλαξαν και οι κανόνες στην αγορά εργασίας. Οι συλλογικές συμβάσεις αποδυναμωθηκαν, οι κλαδικές ρυθμίσεις περιορίστηκαν, και η διαπραγμάτευση μετακινήθηκε πολύ συχνά στο επίπεδο της επιχείρησης ή και του ατόμου. Όταν ο καθένας διαπραγματεύεται μόνος του, η δύναμή του είναι μικρότερη. Έτσι, κρατήθηκαν χαμηλά οι μισθοί για χρόνια, ενώ το κόστος ζωής ανέβαινε. Αυτή η «κληρονομιά» δεν έχει σβήσει. Ακόμα και σήμερα επηρεάζει το πώς αμειβόμαστε και πόσο ασφαλείς νιώθουμε στη δουλειά.
Το 2025 προστέθηκαν και νέες ρυθμίσεις για τον χρόνο εργασίας. Ψηφίστηκε νόμος που, υπό προϋποθέσεις, επιτρέπει εργάσιμη ημέρα έως 13 ώρες. Η κυβέρνηση μίλησε για ευελιξία, τα συνδικάτα αντέδρασαν με απεργίες. Όπως και να το δει κανείς, πρόκειται για αλλαγές που εφαρμόζονται πάνω σε μια χώρα που ήδη δουλεύει πολλές ώρες εβδομαδιαίως. Γι’ αυτό, έχει σημασία πώς θα εφαρμοστούν στην πράξη και τι έλεγχοι θα γίνονται.
Όταν βάζουμε όλα αυτά μαζί, το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο. Πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα καλύπτουν το κενό ανάμεσα στον μισθό και στο κόστος ζωής με περισσότερη δουλειά. Αυτό όμως δεν μπορεί να είναι μόνιμη λύση. Η λύση είναι μισθοί που ακολουθούν το κόστος ζωής, ισχυρές συλλογικές συμφωνίες που βάζουν ένα εγγυημένο όριο σε κάθε κλάδο, έλεγχοι που εφαρμόζονται και παραγωγή αξίας από δεξιότητες και τεχνολογία, όχι από άπειρες ώρες εργασίας.
Οι Έλληνες στήριξαν τη χώρα όταν είχε ανάγκη. Τώρα, αξίζουν κάτι καλύτερο από 45+ ώρες δουλειάς και ανησυχία για τα καθημερινά έξοδα. Τους αξίζει σταθερή εργασία με δίκαιη αμοιβή, προβλέψιμο ωράριο, δυνατότητα να ζουν αξιοπρεπώς από μία δουλειά, και μια πολιτεία που στέκεται δίπλα τους, με κανόνες για όλους. Αυτό δεν είναι «πολυτέλεια». Είναι ο ορισμός μιας υγιούς οικονομίας που προχωρά, χωρίς να εξαντλεί τους ανθρώπους της.
Για να μετράμε την πορεία μας, αρκεί να παρακολουθούμε λίγους, απλούς δείκτες, πόσοι δουλεύουν πάνω από 45 ώρες την εβδομάδα, πώς κινούνται οι τιμές κάθε μήνα και στο δωδεκάμηνο, και πού βρισκόμαστε σε αγοραστική δύναμη, σε σχέση με την Ευρώπη. Αν οι πολλές ώρες μειώνονται, αν το επίπεδο τιμών σταθεροποιείται και αν η κατανάλωση ανά κάτοικο ανεβαίνει προς τον μέσο όρο της ΕΕ, τότε κάτι αλλάζει προς το καλύτερο. Αυτό θέλουμε να δούμε στην πράξη.
Βέβαια, η παραπάνω εικόνα αποτελεί απόρροια της πολιτικής σήψης, των χρόνιων παθογενειών και της πελατειακής λογικής που κυριαρχεί στην καθημερινή σχέση των Ελλήνων πολιτών με το ελλαδικό κράτος. Μιλώντας για ελλαδικό κράτος, πολλές φορές απέχουμε από την έννοια της δομημένης πολιτείας, όπου η συμμετοχή των πολιτών στη διαχείριση των κρατικών πόρων αποτελεί υποχρέωση και δικαίωμα κάθε ενεργού πολίτη, ο οποίος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μέρος της εκτελεστικής λειτουργίας του κράτους του και ευρύτερα της εθνικής στρατηγικής και του σχεδιασμού.
Τα μνημόνια, η μετανάστευση, η ανεργία, η ανέχεια και όλα τα αρνητικά κατάλοιπα μιας νοσηρής, τεχνητά κατευθυνόμενης πολιτικής που σχεδιάζεται σιωπηλά και αποτελεσματικά από ξένα κέντρα ισχύος, σε αγαστή συνεργασία με τους ντόπιους εταίρους τους, φαίνεται να υπηρετούν έναν στόχο, τη διανοητική και σωματική εξάντληση του ελληνικού πληθυσμού και τη συρρίκνωση της πολιτιστικής υπεραξίας και του αποτυπώματος του Ελληνισμού στην παγκόσμια πολιτικοοικονομική και κοινωνική πραγματικότητα.
Έτσι εξηγείται η φυγή χιλιάδων Ελλήνων στο εξωτερικό κατά τα μνημονιακά χρόνια, σε συνδυασμό με την εισροή χιλιάδων παράνομων εποίκων διαφορετικής πολιτισμικής κουλτούρας. Παράλληλα, η εκχώρηση και η εμπορευματοποίηση δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας προς ξένα συμφέροντα και μεικτά επενδυτικά σχήματα, που σπεύδουν τα τελευταία χρόνια να αποκτήσουν κάθε τι ελληνικό με στρατηγική αξία, η έλλειψη καινοτομίας, η αδυναμία δημιουργίας βιομηχανικής υποδομής με διεθνή δυναμική και, κυρίως, η απαξίωση της ελληνοκεντρικής παιδείας λειτουργούν ως μηχανισμοί «ξεριζώματος» και σταδιακής εξαφάνισης της ελληνικής παρουσίας από τον πατρογονικό της χώρο.
Η υποβάθμιση της εργασιακής καθημερινότητας, οι χαμηλοί μισθοί που υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου και οι ελλιπείς υποδομές δεν αποτελούν σύμπτωση. Είναι το αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών και ηγεσιών που προτίμησαν να υπηρετήσουν κομματικά και εξωθεσμικά συμφέροντα, αντί να υπερασπιστούν το δημόσιο συμφέρον και τον Έλληνα πολίτη.
Το συναίσθημα ενοχής και η απόγνωση εργαλειοποιήθηκαν, ώστε να αδρανοποιηθεί η κοινωνία, όπως συνέβη κατά την περίοδο των μνημονίων. Κανείς δεν λογοδότησε για τα αποτελέσματά τους, καμία δικαστική εξουσία δεν ερεύνησε σε βάθος τις αιτίες ούτε τιμώρησε τους υπαίτιους. Αυτό κατέστη δυνατό επειδή οι Έλληνες έχασαν σταδιακά τα ιστορικά τους αντανακλαστικά: δεν ερευνούν, δεν συμμετέχουν ενεργά στην πολιτεία τους, δεν αναρωτιούνται και, βεβαίως, δεν αντιδρούν, πολλώ δε μάλλον δε δημιουργούν.
Η κοινωνία θυμίζει άγριο θηρίο στο κλουβί του θηριοδαμαστή, που περιμένει ένα κομμάτι τροφής ως ανταμοιβή για να συνεχίσει να συμμετέχει στο θέαμα που κάποιοι άλλοι έχουν επιβάλει.
Κι όμως, οι καιροί αλλάζουν. Η απάντηση σε ερωτήματα όπως εκείνα που τέθηκαν πρόσφατα στη δημόσια συζήτηση του Mathias Corvinus Collegium MCC στις Βρυξέλες, «Who’s afraid of the Ancient Greeks?- Ποιός φοβάται τους Αρχαίους Έλληνες;» (Δες εδώ), είναι σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ.
Μέσα στη δύσκολη παγκόσμια καθημερινότητα, τα διδάγματα του Ελληνισμού και η πνευματική του κληρονομιά αναδεικνύονται ως ο συνεκτικός ιστός και η πυξίδα που μπορούν να προσφέρουν διέξοδο στα αδιέξοδα της ανθρώπινης ύπαρξης. Αποκαθιστούν το αίτιο και το αποτέλεσμα της δυναμικής ανέλιξης του ανθρώπου σε μια εποχή που αλλάζει τα πάντα και απαιτεί επαναθεμελίωση αξιών, θεσμών και προσανατολισμού.
