Γράφει ο Δημήτρης Αλαμπάνος
Σε άλλο επίπεδο δείχνουν πλέον να έχουν περάσει οι απάτες που υπόσχονται χρυσές αποδόσεις σε επενδυτικά προϊόντα, με στόχο την υφαρπαγή μεγάλων χρηματικών ποσών από ανυποψίαστους πολίτες. Το φαινόμενο αυτό, δεν περιορίζεται σε υποσχέσεις εύκολου κέρδους. Οι απατεώνες συνεχίζουν κανονικά τις προσπάθειές τους, εκμεταλλευόμενοι τους κλασικούς φόβους του πολίτη για πιθανό μπλοκάρισμα ή παραβίαση των τραπεζικών του λογαριασμών.
Μάλιστα, χρησιμοποιώντας προηγμένα τεχνολογικά εργαλεία, οι επιτήδειοι αξιοποιούν τη μέθοδο του «Caller ID Spoofing», πλαστογραφώντας την αναγνώριση κλήσης και εμφανίζοντας στην οθόνη του θύματος, αριθμούς που μοιάζουν με επίσημους αριθμούς τραπεζών, οργανισμών ή υπηρεσιών του κράτους. Με αυτόν τον τρόπο, τρίτα, άσχετα πρόσωπα, εμφανίζονται ως «υπάλληλοι» που ζητούν προσωπικά στοιχεία και συνθηματικά, με σκοπό να εκτελέσουν παράνομες συναλλαγές.
Το πρόβλημα, φυσικά, δεν είναι μόνο ελληνικό. Η Europol εκτιμά ότι η συγκεκριμένη πρακτική προκαλεί παγκόσμια ζημιά, 850 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως, αφήνοντας 400 εκατομμύρια πολίτες ευάλωτους. Παράλληλα, με τη συνδρομή τεχνητής νοημοσύνης, υποτιθέμενα «τραπεζικά στελέχη» και «οικονομικοί σύμβουλοι» εμφανίζονται στα κοινωνικά δίκτυα, προτρέποντας τους πολίτες να επενδύσουν σε δήθεν «σιγουράκια» για εύκολο κέρδος.
Η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, η Τράπεζα της Ελλάδος και η ΕΛΑΣ προσπαθούν, μέσω ενημερωτικών καμπανιών, να προστατεύσουν τους πολίτες, επαναλαμβάνοντας ότι καμία τράπεζα δεν ζητά στοιχεία πρόσβασης σε λογαριασμούς και δε διαφημίζει αποδόσεις προϊόντων.
Οι απόπειρες «ληστείας» προσωπικών δεδομένων και τραπεζικών στοιχείων, δεν είναι κάτι νέο. Συνέβαιναν, συμβαίνουν και όπως όλα δείχνουν, θα συνεχίσουν να συμβαίνουν, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.
Το πιο ανησυχητικό από όλα, είναι η αίσθηση ότι όλο αυτό το περιβάλλον ευνοείται έμμεσα από τις ίδιες τις δομές που υποτίθεται ότι πρέπει να μας προστατεύουν. Η επιβολή των τραπεζικών συναλλαγών ως μονόδρομος, με μισθούς να κατατίθενται υποχρεωτικά σε τραπεζικούς λογαριασμούς «για την πάταξη της φοροδιαφυγής», με περιορισμούς πληρωμών με μετρητά, με το αφορολόγητο να χτίζεται αποκλειστικά με πλαστικό χρήμα, έχει δημιουργήσει μια κοινωνία οικονομικά εξαρτημένη από τα τραπεζικά συστήματα. Ο κόσμος, για λόγους πρακτικούς, αλλά και φορολογικούς, χρησιμοποιεί κάρτες, για να αγοράσει ακόμη και ένα κουτί σπίρτα. Όσο όμως αυξάνεται η χρήση του πλαστικού ή του ψηφιακού χρήματος, τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος.
Παράλληλα, το κράτος μεταφέρει το βάρος της πάταξης της φοροδιαφυγής στους πολίτες, ενώ οι ίδιοι ζουν υπό ασφυκτική φορολογία και ανεξέλεγκτες ανατιμήσεις που καθημερινά ροκανίζουν τα εισοδήματά τους. Έτσι, οι τελευταίοι καταλήγουν εγκλωβισμένοι σε ένα σύστημα που από τη μία τους υποχρεώνει σε ψηφιακές συναλλαγές, από την άλλη τους αφήνει ουσιαστικά ακάλυπτους και απροστάτευτους από τα νύχια επαγγελματιών επιτηδείων, οι οποίοι εκμεταλλεύονται όλη αυτή την κατάσταση.
Κι ενώ η συνεργασία κράτους – τραπεζών, λειτουργεί απρόσκοπτα, η βασική, κρίσιμη λεπτομέρεια που δε λέγεται ξεκάθαρα, είναι μία: οι καταθέσεις των πολιτών δεν είναι τόσο ασφαλείς, όσο παρουσιάζονται.
Αφού οι τράπεζες κερδίζουν χρήματα από κάθε ηλεκτρονική συναλλαγή και από τη διαχείριση χρημάτων που μετακινούνται ψηφιακά, γιατί δεν έχουν διασφαλίσει την πλήρη προστασία των πελατών τους; Γιατί να εξαρτάται ο πολίτης από ένα σύστημα στο οποίο οι κίνδυνοι αυξάνονται συνεχώς; Κι ακόμη, γιατί πρέπει να είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούμε ιδιωτικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για κάθε μας οικονομική κίνηση; Πώς συνάδει αυτό με την υποχρέωση του κράτους να προστατεύει τον πολίτη και να εξασφαλίζει την οικονομική του ευημερία;
Το “spoofing” ίσως είναι μόνο η αρχή. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα ακολουθήσει όταν ο Προσωπικός Αριθμός συνδέσει όλα τα προσωπικά δεδομένα κάθε ανθρώπου σε ένα ενιαίο ψηφιακό προφίλ! Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την ασφάλεια, την ιδιωτικότητα, αλλά και την ίδια την ελευθερία των πολιτών; Όταν το οικονομικό και το ψηφιακό αποτύπωμα συγκεντρώνονται σε ένα σημείο, ο βαθμός τρωτότητας αυξάνεται κατακόρυφα. Και η εμπειρία δείχνει πως δε χρειάζεται, πολλές φορές, μια μεγάλη συστημική αστοχία για να κλονιστεί η εμπιστοσύνη… αρκεί ένα μικρό ρήγμα, μία και μόνη παραβίαση, ώστε εκατομμύρια πολίτες να βρεθούν εκτεθειμένοι.
Αν η πολιτεία πραγματικά θέλει να αντιμετωπίσει την κατάσταση, δεν αρκεί να ζητάει από τους πολίτες να είναι προσεκτικοί. Απαιτείται το ίδιο το σύστημα να γίνει διαφανές, ασφαλές, και «δημοκρατικό».
Πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η δημιουργία μιας ανεξάρτητης επιτροπής ολοκληρωμένου οικονομικού ελέγχου, η οποία θα μπορεί να εποπτεύει σε πραγματικό βάθος τη λειτουργία του τραπεζικού τομέα. Μια τέτοια επιτροπή, δε θα παρακολουθεί απλώς τους ισολογισμούς των τραπεζών, αλλά θα ελέγχει τις εγγυήσεις και τα βάρη τους, τον τρόπο διαχείρισης των κεφαλαίων, τις επενδύσεις και τις συγχωνεύσεις, τις κεφαλαιοποιήσεις και τις ανακεφαλαιοποιήσεις, καθώς και κάθε χρηματοοικονομικό εργαλείο που εκδίδεται και προς ποια κατεύθυνση αυτό κινείται. Θα χαρτογραφεί πλήρως και αναλυτικά τη μετοχική σύνθεση των τραπεζών. Και φυσικά, θα διαθέτει πλήρη εικόνα των συμβάσεων με τους δανειολήπτες, ώστε να αποτρέπονται οι καταχρηστικές πρακτικές που στραγγαλίζουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Έτσι μόνο, οι πολίτες θα αισθανθούν ασφάλεια και θα αρχίσουν να δείχνουν εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα.
Την ίδια στιγμή, καμία συζήτηση για ασφάλεια και κοινωνική σταθερότητα δεν μπορεί να είναι πλήρης, χωρίς μια διαφορετική, δικαιότερη φορολογική πολιτική, η οποία να μην εγκλωβίζει τον πολίτη, αλλά να του επιτρέπει να ζει και να δημιουργεί.
Η φορολογία εισοδήματος, αν ξεκινά από τις 15.000 ευρώ ετησίως, αποτελεί μια ρεαλιστική βάση για να μη θεωρείται το κάθε ευρώ που κερδίζει ένας εργαζόμενος «πολυτέλεια». Παράλληλα, ο κατώτατος μισθός πρέπει να διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε τουλάχιστον το 50% του να καλύπτει τις βασικές βιοτικές ανάγκες του εργαζόμενου. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει πραγματική οικονομική ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια. Ο πολίτης να μην τρέμει αν η κάρτα του θα «περάσει» ή αν μια πλαστή κλήση θα του αδειάσει τον λογαριασμό.
Η τεχνολογία προχωρά με ρυθμούς που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει. Αλλά η πρόοδος, δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο υπέρ των συστημάτων και εις βάρος των ανθρώπων. Η ασφάλεια στις συναλλαγές, η διαφάνεια των τραπεζών, η δίκαιη φορολογία και η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν είναι πολυτέλειες, αλλά πολιτειακές υποχρεώσεις. Τελικά, το ζητούμενο δεν είναι να επωμιστούν οι πολίτες το βάρος της προσοχής, αλλά να αναδιαμορφωθεί το ίδιο το πλαίσιο λειτουργίας του κράτους και του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Ιδέες και λύσεις, όπως εκείνες που περιγράφονται στο οικονομικό πρόγραμμα της Ελλήνων Συνέλευσις, από το οποίο είναι εμπνευσμένες οι παραπάνω προτάσεις, προσφέρουν ένα σαφές υπόδειγμα για το πώς μπορεί να οικοδομηθεί ένα περιβάλλον πραγματικής ασφάλειας, διαφάνειας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Χρειάζεται όμως πολιτική βούληση, για να γίνει αυτό στην πράξη.
