Γράφει η Τυρώ
Η καταστροφή στην κτηνοτροφία από την ευλογιά, δεν ήταν «αναπόφευκτη». Υπήρχαν διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία χρηματοδότησης, τεχνικής υποστήριξης και πρόβλεψης κινδύνου, αλλά η Ελλάδα δεν τα ενεργοποίησε. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος της ευθύνης δεν οφείλεται στη νόσο αυτή καθ’ αυτή, αλλά σε πολιτικές επιλογές ή παραλείψεις. Οι συνέπειες είναι τεράστιες, με χιλιάδες κτηνοτρόφους να χάνουν ζωικό κεφάλαιο, πολλές εκτροφές να αφανίζονται και η έλλειψη διαφάνειας και συντονισμού, να δείχνει σοβαρή παράλειψη σχεδιασμού και προνοητικότητας από την πλευρά της κυβέρνησης. Οι απώλειες δεν είναι μόνο οικονομικές, αλλά πλήττουν τον πολιτισμό, τη γνώση και τη βάση παραγωγής της χώρας.
Τα πρώτα κρούσματα από την ευλογιά στα αιγοπρόβατα, δεν ήταν φυσικό ατύχημα, ήταν πολιτική αποτυχία. Η ΕΕ έδρασε άμεσα, αλλά η Ελλάδα καθυστέρησε 14 μήνες να συγκροτήσει Εθνική Επιστημονική Επιτροπή και, βέβαια, δε ζήτησε εγκαίρως εμβόλια και αγνόησε τις προειδοποιήσεις των εμπειρογνωμόνων. Η ανικανότητα αυτή, άφησε το πεδίο ελεύθερο για χάος, πολλοί στράφηκαν σε παράνομες μετακινήσεις ζώων και μη – εγκεκριμένα εμβόλια.
Λόγω αυτού, η εισαγγελική αρχή (Άρειος Πάγος) παρήγγειλε κατεπείγουσα προκαταρκτική έρευνα για την επιδημία, στην οποία περιλαμβάνονται και οι παράνομες μετακινήσεις αιγοπροβάτων και η πιθανή εισαγωγή ζώων που έφεραν τη νόσο από το εξωτερικό. Οι αρχές επισημαίνουν ότι η εξάπλωση οφείλεται σε παραβιάσεις μέτρων και κακή απολύμανση, αποκαλύπτοντας ότι η καθυστέρηση και η αδράνεια της πολιτείας, όχι μόνο χειροτέρεψαν την κρίση, αλλά έδωσαν χώρο σε παρανομίες που σκότωσαν ζώα και έφεραν οικονομική καταστροφή στους παραγωγούς.
Πέραν όλων αυτών, η κρίση αποκάλυψε την πλήρη αδράνεια της πολιτείας με την υποστελέχωση των κτηνιατρικών υπηρεσιών, την έλλειψη συντονισμού και την έλλειψη ενός ξεκάθαρου σχεδίου αντιμετώπισης κρίσεων, μετατρέποντας την επιβίωση της ελληνικής κτηνοτροφίας σε σοβαρή απειλή. Οι παραγωγοί βρέθηκαν εκτεθειμένοι και οικονομικά αβοήθητοι, χωρίς σαφή ενημέρωση για τα δικαιώματά τους, ενώ η έλλειψη διαφάνειας καθιστά δύσκολο για τα ΜΜΕ και την κοινωνία να ελέγξουν τις διαδικασίες και τις πληρωμές.
Η Απουσία ενός δημόσιου και ολοκληρωμένου Αρχείου Ελέγχου για τις αποζημιώσεις, οφείλεται σε τέσσερις βασικούς λόγους: την προστασία προσωπικών δεδομένων (GDPR), τους εκκρεμείς φακέλους, στους ελέγχους, που καθυστερούν τις πληρωμές, τις πολλές αποσπασματικές υπηρεσίες της διοίκησης μεταξύ πολλών υπηρεσιών, και το πολιτικό κόστος που αποφεύγει τη δημοσιοποίηση των προβλημάτων.
Για να υπάρξει πραγματική διαφάνεια και εμπιστοσύνη, απαιτούνται άμεσα τέσσερις κινήσεις: δημιουργία δημόσιας διαδικτυακής πλατφόρμας με ανώνυμους κωδικούς παραγωγών, μηνιαίες εκθέσεις προόδου από το ΥΠΑΑΤ και τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ενοποίηση όλων των υπηρεσιών σε ένα κοινό πληροφοριακό σύστημα, και συγκέντρωση όλων των αποφάσεων ΚΥΑ και των οδηγιών, σε έναν φάκελο προσβάσιμο για τους παραγωγούς.
Για να ξεπεράσουμε την κρίση στην κτηνοτροφία, χρειαζόμαστε ένα κράτος και μία πολιτεία να μπορούν να λειτουργούν πραγματικά για τον πολίτη, με διαφάνεια, υπευθυνότητα και συντονισμό. Η πολιτεία θα πρέπει να προτείνει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, βασισμένο στη σχέση παραγωγής, μεταφοράς, αποθήκευσης, συντήρησης, διάθεσης στην τοπική αγορά, αλλά και στις αγορές του εξωτερικού και να σχεδιαστεί έτσι, ώστε να διασφαλιστεί η άμεση σύνδεση μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή και με αυτό τον τρόπο, να μπορέσει να αναπτυχθεί ένας υγιής ανταγωνισμός.
Επίσης, θα πρέπει να υπάρχει μία αυστηρή εποπτεία για την τήρηση των προδιαγραφών, ενώ το 80% της εγχώριας κατανάλωσης θα πρέπει να προέρχεται από ντόπια κτηνοτροφικά προϊόντα. Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δίνεται στην παραγωγή οικολογικών ζωοτροφών, στην αναπαραγωγή των ζώων της Ελληνικής πανίδας και στην ανάπτυξή τους μόνο σε φυσικό περιβάλλον, χωρίς αυξητικά, ορμόνες ή διατροφικά συμπληρώματα.
Μόνο με ένα τέτοιο σχέδιο, που ενώνει παραγωγούς, καταναλωτές και κράτος σε έναν κοινό στόχο, μπορούμε να ανασυγκροτήσουμε την κτηνοτροφία, να ξαναδώσουμε ζωή στις εκτροφές και να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών.
