Γράφει ο Άρης Μέττος
Η απόφαση της κυβέρνησης να διαθέσει 828.000 ευρώ για μια διαφημιστική καμπάνια που θα προβάλει τη λεγόμενη ‘’σιδηροδρομική μεταρρύθμιση’’, προκαλεί έντονο προβληματισμό και δικαιολογημένη αγανάκτηση. Όχι μόνο λόγω του ύψους του ποσού, αλλά κυρίως επειδή αυτό που επιχειρείται να διαφημιστεί, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου. Πρόκειται για μια επιλογή που δείχνει ξεκάθαρα ότι η κυβέρνηση δίνει προτεραιότητα στην εικόνα και την επικοινωνία, αντί στην ουσία και το πραγματικό έργο.
Την ώρα που ανακοινώνεται αυτή η καμπάνια, η καθημερινή εμπειρία των πολιτών αποκαλύπτει έναν σιδηρόδρομο σε υποβάθμιση. Στη βασική γραμμή Αθήνα – Θεσσαλονίκη, που θα έπρεπε να αποτελεί τη ραχοκοκαλιά των μεταφορών στη χώρα, εκτελούνται σήμερα μόλις δύο δρομολόγια την ημέρα. Πριν από το δυστύχημα στα Τέμπη, υπήρχαν επτά. Αντί για βελτίωση, υπάρχει σαφής συρρίκνωση. Αντί για ανάπτυξη, υπάρχει υποχώρηση. Αυτή είναι η πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά χιλιάδες επιβάτες.
Η κυβέρνηση αποδίδει την κατάσταση στις καταστροφές που προκάλεσε η κακοκαιρία ’’Ντάνιελ’’ στη Θεσσαλία το 2023. Όμως, αυτή η εξήγηση δεν αρκεί! Οι ζημιές ήταν γνωστές, τα έργα αποκατάστασης ανατέθηκαν χωρίς διαγωνισμό, αλλά παρ’ όλα αυτά, οι καθυστερήσεις υπήρξαν τεράστιες. Δύο χρόνια μετά, ο σιδηρόδρομος εξακολουθεί να μην έχει επανέλθει ούτε καν στα επίπεδα λειτουργίας που είχε πριν την τραγωδία των Τεμπών. Αυτό δεν είναι φυσική καταστροφή, είναι πολιτική αποτυχία.
Μετά τα Τέμπη, η κυβέρνηση είχε δεσμευτεί ότι θα αλλάξει τα πάντα. Μίλησε για ασφάλεια, για σύγχρονα συστήματα, για τηλεδιοίκηση, σηματοδότηση και για το ευρωπαϊκό σύστημα ETCS που αποτρέπει ανθρώπινα λάθη και αυξάνει την ασφάλεια. Όμως σήμερα, μεγάλο μέρος αυτών παραμένει είτε ημιτελές, είτε ανενεργό. Το ETCS δεν έχει εγκατασταθεί σε όλο το δίκτυο, η τηλεδιοίκηση δε λειτουργεί παντού, ενώ οι βλάβες και οι καθυστερήσεις συνεχίζονται.
Την ίδια στιγμή, τα νέα τρένα που είχαν υποσχεθεί, δεν έχουν έρθει. Οι παραδόσεις μετατίθενται πλέον για το 2026 ή και το 2027. Δηλαδή, η ίδια η κυβέρνηση παραδέχεται ότι για αρκετά ακόμα χρόνια ο ελληνικός σιδηρόδρομος θα συνεχίσει να λειτουργεί με παλιό τροχαίο υλικό. Κι όμως, αντί να επικεντρωθεί στην επίσπευση αυτών των έργων, επιλέγει να ξοδέψει σχεδόν ένα εκατομμύριο ευρώ για να διαφημίσει μια μεταρρύθμιση που οι πολίτες δε βλέπουν.
Η διαφημιστική καμπάνια που σχεδιάζεται, περιλαμβάνει τηλεοπτικά και διαδικτυακά σποτ, καμπάνιες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δημιουργία ειδικής ιστοσελίδας, έντυπο υλικό και εκδηλώσεις. Όλα αυτά θα ολοκληρωθούν μέχρι τον Ιούνιο του 2026. Δηλαδή, για ενάμιση χρόνο περίπου, το κράτος θα πληρώνει για να προβάλλει μια εικόνα προόδου, ενώ η πραγματικότητα θα παραμένει προβληματική. Αυτό δεν είναι ενημέρωση των πολιτών, είναι προσπάθεια διαμόρφωσης εντυπώσεων.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η επιλογή δείχνει μια βαθύτερη πολιτική λογική. Μια λογική που αντιμετωπίζει την πολιτική ως επικοινωνία και όχι ως λύση προβλημάτων. Αντί να προηγηθεί το έργο και μετά να ενημερωθεί η κοινωνία, προηγείται η διαφήμιση και το έργο μένει για αργότερα. Είναι η γνωστή τακτική του ‘’πες το αρκετές φορές και κάτι θα μείνει’’, ακόμα κι αν η καθημερινότητα διαψεύδει το αφήγημα.
Τα 828.000 ευρώ, δεν είναι ένα αμελητέο ποσό. Είναι δημόσιο χρήμα. Χρήματα των φορολογουμένων. Χρήματα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για πραγματικές ανάγκες, για βελτίωση της ασφάλειας, για ενίσχυση υποδομών, για περισσότερα δρομολόγια και για προσλήψεις εξειδικευμένου προσωπικού. Αντί γι’ αυτά, διοχετεύονται σε επικοινωνιακές δράσεις, συνεχίζοντας πλέον ξεκάθαρα να θέτουν λάθος προτεραιότητες.
Σε μια χώρα που ακόμα δεν έχει απαντήσει πειστικά για το πώς οδηγήθηκε στο δυστύχημα των Τεμπών, η επιλογή να επενδύει σε διαφήμιση, αντί σε ασφάλεια, μοιάζει προκλητική. Οι πολίτες δε ζητούν ωραία λόγια και καλοφτιαγμένα βίντεο. Ζητούν να νιώθουν ασφαλείς, όταν μπαίνουν σε ένα τρένο. Ζητούν συνέπεια και ειλικρίνεια. Ζητούν να βλέπουν στην πράξη, αυτά που τους υποσχέθηκαν!
Όταν όμως βλέπουν λιγότερα δρομολόγια, παλιές υποδομές και συνεχή προβλήματα, και ταυτόχρονα μαθαίνουν ότι εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ δίνονται για διαφημιστικές καμπάνιες, νιώθουν ότι τους κοροϊδεύουν. Νιώθουν ότι άλλα λέγονται και άλλα γίνονται. Και αυτή η αίσθηση διαβρώνει την εμπιστοσύνη στην πολιτική και στους θεσμούς.
Η κυβέρνηση φαίνεται να πιστεύει ότι μπορεί να καλύψει την έλλειψη ουσιαστικού έργου με επικοινωνιακά μέσα. Όμως, η πραγματικότητα δεν αλλάζει με σποτ. Η καθημερινότητα δε βελτιώνεται με φυλλάδια και η ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται με hashtags. Όσο κι αν προσπαθήσει κανείς να παρουσιάσει μια θετική εικόνα, η αλήθεια επιστρέφει κάθε φορά που ένας επιβάτης περιμένει ένα τρένο που καθυστερεί ή ακυρώνεται.
Το ζήτημα, τελικά, δεν είναι μόνο τα 828.000 ευρώ! Είναι η φιλοσοφία που κρύβεται πίσω από αυτή την απόφαση, μία φιλοσοφία που βάζει την επικοινωνία πάνω από την κοινωνία και την εικόνα πάνω από την ουσία των πολιτικών επιλογών. Αν η κυβέρνηση ήθελε πραγματικά να μιλήσει για μεταρρύθμιση, θα φρόντιζε πρώτα να την υλοποιήσει στην πράξη, εξασφαλίζοντας περισσότερα τρένα, καλύτερη ασφάλεια και σύγχρονες υποδομές, αντί να επενδύει στην προβολή τους. Και μόνο τότε, αφού οι πολίτες έβλεπαν απτά αποτελέσματα στην καθημερινότητά τους, θα υπήρχε πράγματι κάτι ουσιαστικό να παρουσιαστεί.
Μέχρι να συμβούν όλα αυτά, κάθε διαφημιστική καμπάνια μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια εντυπωσιασμού, παρά με σοβαρή πολιτική πράξη. Ο ελληνικός σιδηρόδρομος χρειάζεται έργα, όχι λόγια. Χρειάζεται επενδύσεις στην πράξη, όχι στην εικόνα. Και οι πολίτες αξίζουν μια κυβέρνηση που θα δίνει λύσεις, όχι αφηγήματα!
