Γράφει ο Δημήτρης Αλαμπάνος
Η έντονη αντίδραση των εν ενεργεία στρατιωτικών απέναντι στο πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, δεν αποτελεί ένα στιγμιαίο ξέσπασμα δυσαρέσκειας, αλλά την κορύφωση μιας μακράς περιόδου συσσωρευμένης πίεσης. Οι κινητοποιήσεις που εξαγγέλλει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Στρατιωτικών (ΠΟΜΕΝΣ), η δημόσια καταγγελία της απουσίας ουσιαστικού διαλόγου και οι σοβαρές αιτιάσεις περί αντισυνταγματικότητας, όπως αυτές τεκμηριώθηκαν από τον καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου, Νίκο Αλιβιζάτο, συνθέτουν μια εικόνα βαθιάς θεσμικής κρίσης.
Οι Ένοπλες Δυνάμεις δε λειτουργούν απομονωμένα, αλλά επηρεάζονται από τις κοινωνικές συνθήκες και τις πολιτικές επιλογές της Πολιτείας. Δεκαπέντε χρόνια μνημονιακών περικοπών, χαμηλών αποδοχών, απώλειας εισοδήματος, συρρίκνωσης δικαιωμάτων και συνεχών αποστρατειών, έχουν ήδη αποδυναμώσει σοβαρά το ανθρώπινο δυναμικό της εθνικής μας άμυνας. Η ελλιπής στελέχωση, η γήρανση του προσωπικού και η μειωμένη ελκυστικότητα του στρατιωτικού επαγγέλματος, δεν είναι θεωρητικές διαπιστώσεις, αλλά υπαρκτά – πολύ σοβαρά προβλήματα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το νομοσχέδιο αυτό ήρθε με σκοπό να βελτιώσει την κατάσταση, αλλά τελικά, φαίνεται να την επιβαρύνει περαιτέρω, μεταβάλλοντας αιφνιδιαστικά τους κανόνες της υπηρεσιακής και βαθμολογικής εξέλιξης χιλιάδων στελεχών, χωρίς μάλιστα ουσιαστικές μεταβατικές ρυθμίσεις.
Εκτός όμως από τα προβλήματα που δημιουργεί, η επιλογή αυτή αναδεικνύει κι ένα σοβαρό ζήτημα αντισυνταγματικότητας, καθώς στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται μια θεμελιώδης αρχή του κράτους δικαίου: η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος. Οι στρατιωτικοί εισήλθαν στις Ένοπλες Δυνάμεις γνωρίζοντας ένα συγκεκριμένο, θεσμοθετημένο σύστημα βαθμολογικής και υπηρεσιακής εξέλιξης. Με βάση αυτό το πλαίσιο, έλαβαν κρίσιμες επαγγελματικές, οικογενειακές και οικονομικές αποφάσεις, αποφάσεις ζωής.
Η αιφνίδια ανατροπή αυτού του πλαισίου, δε συνιστά απλώς μια διοικητική μεταβολή· περιορίζει ευθέως τις επαγγελματικές τους προοπτικές και παραβιάζει την εύλογη προσδοκία τους ότι το κράτος θα ενεργεί με συνέπεια, θεσμική σταθερότητα και σεβασμό απέναντι στον πολίτη. Το γεγονός ότι δεν αφαιρείται ο υφιστάμενος βαθμός, δεν αναιρεί τη βλάβη, απλώς αποφεύγει μια ακόμη πιο ακραία μορφή αντισυνταγματικότητας.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι και η απουσία ουσιαστικών μεταβατικών διατάξεων. Η πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι σαφής: Δυσμενείς μεταβολές σε υπηρεσιακά καθεστώτα, πρέπει να εισάγονται σταδιακά, με αναλογικό τρόπο και με πρόνοια για όσους έχουν ήδη θεμελιώσει προσδοκίες. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, κάτι τέτοιο δε βρίσκει εφαρμογή, καθώς το βάρος μετακυλίεται σχεδόν αποκλειστικά στους στρατιωτικούς.
Την ίδια στιγμή, δισεκατομμύρια ευρώ διατίθενται για εξοπλιστικά προγράμματα, χωρίς να συνοδεύονται από αντίστοιχη μέριμνα για το ανθρώπινο δυναμικό που καλείται να τα χειριστεί, ώστε να υπερασπιστεί τη χώρα. Η άμυνα, δεν αφορά μόνο πλατφόρμες και συστήματα, αλλά στηρίζεται σε ανθρώπους με εμπειρία, γνώση και κίνητρο.
Η βαθμολογική εξέλιξη των στρατιωτικών, δεν είναι προνόμιο, ούτε χάρη· είναι δικαίωμα. Όταν οι κανόνες αλλάζουν αιφνιδιαστικά, ακυρώνεται η επαγγελματική σταθερότητα και η ίδια η έννοια της σταδιοδρομίας.
Το ερώτημα τελικά είναι απλό αλλά πολύ κρίσιμο: “Ποιος θα στελεχώσει και ποιος θα υπερασπιστεί τη χώρα, εάν το ίδιο το κράτος συνεχίσει να απαξιώνει το ανθρώπινο δυναμικό της άμυνας;”
Η ουσιαστική απάντηση στο σημερινό αδιέξοδο, δε βρίσκεται στη σύγκρουση, αλλά σε μια διαφορετική θεσμική αντίληψη για τον ρόλο και τη θέση των Ενόπλων Δυνάμεων μέσα στο κράτος. Μια αντίληψη που ξεκινά από τον απόλυτο σεβασμό της Πολιτείας, απέναντι σε όσους υπηρετούν το ύψιστο καθήκον της ασφάλειας της χώρας και τους διασφαλίζει πλήρως, ώστε να μην αντιμετωπίζουν κανένα θεσμικό, υπηρεσιακό ή οικονομικό εμπόδιο στην εκτέλεση του καθήκοντός τους.
Στο ίδιο πλαίσιο, καθίσταται αναγκαία η πλήρης και σταθερή μισθολογική, ασφαλιστική και συνταξιοδοτική θωράκιση των στελεχών, ώστε να μπορούν να επιτελούν την αποστολή τους απερίσπαστοι, με αξιοπρέπεια και αίσθημα δικαιοσύνης. Η ενίσχυση της άμυνας δε γίνεται να είναι αποκομμένη από τη μέριμνα για τους ανθρώπους που τη συγκροτούν. Η γνώση και η εμπειρία των στελεχών που υπηρετούν επί δεκαετίες, αποτελούν εθνικό κεφάλαιο και όχι διοικητικό βάρος. Η οργανωμένη μεταφορά αυτής της εμπειρίας στους νεότερους αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και οπλίτες, ενισχύει τη συνοχή, τη συνέχεια και την επιχειρησιακή επάρκεια των Ενόπλων Δυνάμεων.
Αυτές οι αρχές οι οποίες έχουν διατυπωθεί στις προγραμματικές θέσεις του πολιτικού φορέα της Ελλήνων Συνέλευσις, συγκροτούν ένα διαφορετικό και συνάμα αποτελεσματικό υπόδειγμα άμυνας. Ένα υπόδειγμα που δεν εξαντλείται σε εξοπλισμούς και αριθμούς, αλλά θεμελιώνεται στον σεβασμό, τη θεσμική συνέπεια και την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.
Διότι, σε τελική ανάλυση, η ισχύς μιας χώρας δεν μετριέται μόνο με τα μέσα που διαθέτει, αλλά με το αν οι άνθρωποι που καλούνται να την υπερασπιστούν, αισθάνονται ότι η πολιτεία στέκεται δίπλα τους με δικαιοσύνη, σοβαρότητα και ευθύνη.
