Γράφει ο Δημήτρης Αλαμπάνος
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ εξελίχθηκε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα σε ένα από τα πιο σοβαρά πολιτικά ζητήματα της επικαιρότητας και όχι μόνον αυτής, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις σε διοικητικό, κυβερνητικό και δικαστικό επίπεδο. Οι αποκαλύψεις για παρατυπίες και παρανομίες στη διαχείριση των αγροτικών επιδοτήσεων, σε συνδυασμό με την ενεργοποίηση ευρωπαϊκών ελεγκτικών μηχανισμών και τη διαβίβαση δικογραφιών στη Βουλή, δημιούργησαν ένα περιβάλλον έντονης πολιτικής πίεσης, που οδήγησε σε έναν βεβιασμένο κυβερνητικό ανασχηματισμό, με στόχο την εκτόνωση της κρίσης και τον περιορισμό της φθοράς του κυβερνώντος κόμματος.
Πίσω από όλες αυτές τις τυπικές διατυπώσεις και τις κινήσεις διαχείρισης της κατάστασης, η εικόνα που διαμορφώνεται στην πραγματικότητα είναι πολύ βαριά. Δεν πρόκειται για μια υπόθεση που απλώς δημιουργεί κάποιο πρόβλημα, αλλά για ένα ζήτημα που αναδεικνύει μια βαθιά πολιτική σήψη. Μια σήψη που μπορεί να αφορά πρωτίστως τη σημερινή κυβέρνηση που είναι και ο μεγάλος πρωταγωνιστής, καλύπτει όμως, ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, αναδεικνύοντας τις διαχρονικές του παθογένειες.
Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία φτάνει στο σημείο να ξεσκεπάζει μια εγκληματική οργάνωση διαχείρισης αγροτικών κονδυλίων, τότε η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε λάθη ή αβλεψίες. Αντίθετα, αναδείχθηκε ένα εντελώς βρώμικο πλαίσιο, μέσα στο οποίο το ευρωπαϊκό χρήμα φαίνεται να αντιμετωπίστηκε από ορισμένους «ημέτερους» ως διαθέσιμο προς ιδιοποίηση, υπό ένα καθεστώς κυβερνητικής ανοχής, με την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να υπάρξουν συνέπειες.
Το γεγονός ότι στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται έντεκα εν ενεργεία βουλευτές, ενώ η έρευνα επεκτείνεται και σε πρώην υπουργικά στελέχη, αποτυπώνει το εύρος και τη σοβαρότητα της κατάστασης. Το βασικό ζήτημα πλέον, δεν είναι μόνο η διερεύνηση των πράξεων, αλλά η άρση της βουλευτικής ασυλίας, ώστε να μπορέσει η δικαιοσύνη να κινηθεί χωρίς τα γνωστά θεσμικά εμπόδια, τα οποία αντί να προστατεύουν τη δημοκρατία, λειτουργούν ως μηχανισμοί καθυστέρησης και συγκάλυψης.
Η ουσία της υπόθεσης, φυσικά, είναι βαθιά πολιτική και οι κατηγορίες που εξετάζονται βαριές: Απάτη, κατάχρηση εμπιστοσύνης και ψευδείς βεβαιώσεις, με στόχο το παράνομο όφελος. Ευρωπαϊκά κονδύλια, που προορίζονταν για τη στήριξη της αγροτικής παραγωγής, φαίνεται να μετατράπηκαν σε εργαλείο εξυπηρετήσεων και πελατειακών μηχανισμών. Από τη μία πλευρά, βλέπουμε την κυβέρνηση Μητσοτάκη να διακηρύσσει διαφάνεια και λογοδοσία, ενώ από την άλλη βλέπουμε ότι απαιτείται η παρέμβαση ευρωπαϊκών θεσμών για να ενεργοποιηθούν διαδικασίες οι οποίες θα έπρεπε να είναι αυτονόητες σε ένα κράτος δικαίου.
Η εικόνα που προκύπτει, είναι αυτή ενός πολιτικού συστήματος που δεν περιορίζεται στο να διαχειρίζεται την εξουσία, αλλά συχνά φαίνεται να εμπλέκεται ενεργά σε πρακτικές που υπονομεύουν την ίδια τη λειτουργία του. Και όσο η υπόθεση εξελίσσεται, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιοι θα βρεθούν εκτεθειμένοι, αλλά αν θα υπάρξει ουσιαστική λογοδοσία ή αν πρόκειται για μία ακόμη υπόθεση που θα προκαλέσει πρόσκαιρο θόρυβο και στη συνέχεια θα ξεχαστεί.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η απάντηση δεν μπορεί να είναι επικοινωνιακή, ούτε αποσπασματική. Απαιτείται μια βαθιά θεσμική τομή, με έμφαση στον πραγματικό και ανεξάρτητο έλεγχο της ίδιας της εξουσίας. Αποκτούν έτσι, ιδιαίτερη σημασία οι προτάσεις της Ελλήνων Συνέλευσις που προβλέπουν τη συγκρότηση ενός ανεξάρτητου Πειθαρχικού Σώματος, το οποίο θα λειτουργεί χωρίς πολιτικές εξαρτήσεις και θα έχει τη δυνατότητα να διενεργεί ελέγχους, να εκδίδει γνωματεύσεις και να παρεμβαίνει σε ζητήματα που άπτονται της δικαιοσύνης με πλήρη αμεροληψία.
Παράλληλα, η δημιουργία πειθαρχικών επιτροπών με πλήρη διαφάνεια στη λειτουργία τους, και με διαδικασίες που θα διεξάγονται σε δημόσια θέα, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ουσιαστικό αντίβαρο σε φαινόμενα συγκάλυψης. Η σύνθεσή τους από ανεξάρτητους νομικούς, δικαστικούς, εισαγγελείς, οικονομολόγους και άλλους ειδικούς, διαμορφώνει ένα πλαίσιο που ενισχύει την αξιοπιστία και τη λογοδοσία.
Την ίδια στιγμή, η ανάγκη για λειτουργικό και εκτελεστικό έλεγχο σε όλο το εύρος της δημόσιας διοίκησης καθίσταται επιτακτική. Ειδικές επιτροπές, με αποστολή τους την πλήρη καταγραφή της πραγματικής κατάστασης σε κάθε τομέα, μπορούν να αποτυπώσουν την πραγματικότητα χωρίς φίλτρα και να αποτελέσουν τη βάση για μια ουσιαστική ανασυγκρότηση του κράτους.
Εάν κάτι αναδεικνύει η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, είναι ότι χωρίς ανεξάρτητους μηχανισμούς ελέγχου, διαφάνεια σε πραγματικό χρόνο και ουσιαστική αποσύνδεση της εξουσίας από τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, τα ίδια φαινόμενα θα επαναλαμβάνονται. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η τιμωρία όσων ενδεχομένως εμπλέκονται, αλλά η οικοδόμηση ενός συστήματος που δε θα επιτρέπει την επανάληψη τέτοιων πρακτικών.
