Γράφει ο Δημήτρης Αλαμπάνος
“Καμπανάκι κινδύνου” χτυπούν γιατροί κι εργαζόμενοι στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου, καθώς το αναισθησιολογικό τμήμα βρίσκεται πλέον ένα βήμα πριν την κατάρρευση. Με μόλις τέσσερις αναισθησιολόγους να καλούνται να καλύψουν τις συνεχείς εφημερίες, η ανθρώπινη αντοχή έχει εξαντληθεί και τα προγράμματα τακτικών χειρουργείων για τον Ιούνιο, έχουν ακυρωθεί. Η προσωρινή «λύση» των μετακινήσεων γιατρών από το ΚΑΤ και το ΠΑΓΝΗ, χαρακτηρίζεται τουλάχιστον “μπαλωματική”, αφού όχι μόνο δεν αγγίζει τη ρίζα του προβλήματος, αλλά μεταφέρει μέρος του προβλήματος και σε άλλες ιατρικές δομές.
Η εικόνα που περιγράφουν οι γιατροί είναι αποκαρδιωτική! Η ασφάλεια του προσωπικού και των ασθενών τίθεται υπό αμφισβήτηση, ενώ οι εργαζόμενοι που δηλώνουν ξεκάθαρα ότι «τα νοσοκομεία δε θα γίνουν Τέμπη», είναι φανερό ότι βρίσκονται ένα βήμα πριν από μια δικαιολογημένη “έκρηξη”. Ήδη ξεκίνησαν τις στάσεις εργασίας και τις δημόσιες διαμαρτυρίες, ζητώντας ουσιαστικές λύσεις, εδώ και τώρα.
Αυτή η κατάσταση όμως, δεν είναι μεμονωμένη. Από το Βενιζέλειο του Ηρακλείου, μέχρι το Ιπποκράτειο και το ΑΧΕΠΑ στη Θεσσαλονίκη, η τραγική έλλειψη αναισθησιολόγων και προσωπικού, γενικότερα, στα δημόσια νοσοκομεία, συνιστά μια βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια του ΕΣΥ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Ιπποκράτειο Θεσσαλονίκης, όπου από τις δεκαέξι χειρουργικές αίθουσες, λειτουργούν μόνο οι έξι. Υπάρχουν μόνο 10 αναισθησιολόγοι (από τις 28 οργανικές θέσεις), ενώ υπάρχει 30% έλλειψη σε νοσηλευτικό προσωπικό. Από τις 38 κλίνες της ΜΕΘ, λειτουργούν μόνο οι 19 κι αυτές, όχι όπως θα έπρεπε. Πρόσφατα, σταμάτησαν και τα πολυδιαφημιζόμενα από τον υπουργό Υγείας, Άδωνι Γεωργιάδη, απογευματινά ιατρεία, λόγω απλήρωτου προσωπικού, ενώ είχαμε και την ιδιωτικοποίηση των αξονικών τομογράφων, εξαιτίας της έλλειψης ακτινολόγων. Όλα αυτά σε ένα νοσοκομείο που εφημερεύει με πάνω από 800 ασθενείς ημερησίως, ενώ η πίεση από τα υποστελεχωμένα περιφερειακά νοσοκομεία της Βόρειας Ελλάδας καθιστά την κατάσταση ασφυκτική.
Τα χειρουργικά προγράμματα καταρρέουν, οι γιατροί εξουθενώνονται κι η ίδια η ζωή των ασθενών τίθεται σε κίνδυνο. Αυτό σημαίνει ότι δε μιλάμε πια για “δυσλειτουργίες”, αλλά μιλάμε για μια μεγάλη υγειονομική κρίση και μάλιστα, σε μια περίοδο που δεν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι μεγάλης εγρήγορσης κι επιφυλακής, όπως λίγα χρόνια πριν. Αλίμονο, αν κληθούμε να αντιμετωπίσουμε παρόμοιες καταστάσεις με αυτές του 2020 – 2021!
Οι προσωρινές λύσεις, τύπου μετακίνησης γιατρών από δομή σε δομή, είναι σα να προσπαθείς να ρίξεις έναν κουβά νερό, σε μια ανεξέλεγκτη πυρκαγιά. Το τίμημα της αδράνειας και της πολιτικής ανικανότητας είναι βαρύ: Ασθενείς που περιμένουν με αγωνία να χειρουργηθούν, γιατροί που συνθλίβονται από την εξάντληση και το χειρότερο, ζωές που χάνονται εντελώς άδικα.
Διοικητικά, είναι αποκλειστική ευθύνη της Πολιτείας και του Υπουργείου Υγείας να διαθέτει μηχανισμούς ελέγχου κι επαφής με τις διοικήσεις των νοσοκομείων, ώστε να προλαμβάνονται οι κρίσεις, πριν αυτές εξελιχθούν σε τραγωδίες. Εδώ όμως, παρατηρούμε την πλήρη απουσία της Πολιτείας. Όχι μόνο δεν προλαμβάνει, αλλά συναινεί στην αποσάθρωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, με τις επιπτώσεις να πέφτουν αποκλειστικά στους ώμους των πολιτών και των υγειονομικών υπαλλήλων.
Η Υγεία, όμως, δεν είναι προαιρετική υπηρεσία, ούτε «ανάγκη πολυτελείας»! Είναι κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε πολίτη και θεμελιώδης υποχρέωση της Πολιτείας. Όπως διατυπώνεται στις συγκροτημένες προγραμματικές θέσεις του πολιτικού φορέα Ελλήνων Συνέλευσις, η Πολιτεία οφείλει να επενδύσει ριζικά και συστηματικά για την ολιστική κάλυψη όλων των αναγκών υγείας των πολιτών της.
Οι πολίτες έχουν δικαίωμα σε νοσοκομειακές εγκαταστάσεις που να παρέχουν ιδανικές συνθήκες παραμονής, με σεβασμό στην προσωπικότητα του καθενός, χωρίς διακρίσεις ή εκπτώσεις στην ποιότητα φροντίδας. Η λειτουργία αυτών των δομών, προϋποθέτει πλήρη στελέχωση με εξειδικευμένο ιατρικό, νοσηλευτικό και υποστηρικτικό προσωπικό, με εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας και διοίκηση προσανατολισμένη, όχι στη διαχείριση της μιζέριας, αλλά στην παραγωγή αποτελέσματος.
Η πραγματικότητα που ζούμε σήμερα – με γιατρούς να υπερβαίνουν τα ανθρώπινα όρια, με προγράμματα να ακυρώνονται και με ασθενείς σε αναμονή για χειρουργεία ζωτικής σημασίας – είναι η ακριβώς αντίθετη εικόνα από αυτή που αξίζουμε.
Γι’ αυτό, είναι επιτακτική η ανάγκη για μια νέα πολιτική στάση κι ένα ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης. Μια προσέγγιση που να αναγνωρίζει τον πολίτη ως κυρίαρχο, ισότιμο και άξιο σεβασμού από την ίδια του την Πολιτεία. Πολίτη που δεν ανέχεται πλέον «μπαλώματα», αλλά απαιτεί δομικές, ουσιαστικές αλλαγές. Και τέτοιες θέσεις, δεν είναι απλώς σε οραματικό επίπεδο, βρίσκονται αποτυπωμένες από την Ελλήνων Συνέλευσις, κατατεθειμένες και δεσμευτικές, θέτοντας την Υγεία του πολίτη ως απόλυτη προτεραιότητα και συνταγματικό καθήκον της Πολιτείας.
