Γράφει ο Άρης Μέττος
Η ελληνική εξωτερική πολιτική μοιάζει να βρίσκεται σε μια διαρκή σύγχυση ανάμεσα στη ρητορική και την πραγματικότητα. Από τη μία, προβάλλεται ως μια πολιτική σταθερότητας, νομιμότητας και διεθνούς κύρους, ενώ από την άλλη, παραμένει εγκλωβισμένη σε παλιά σχήματα, σε φοβικά αντανακλαστικά και σε μια εμμονή με την εικόνα της “μικρής, αλλά τίμιας δύναμης”.
Η Ελλάδα αρέσκεται να παρουσιάζει τον εαυτό της ως πυλώνα ειρήνης και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, ως ανερχόμενο ενεργειακό κόμβο, ως παράδειγμα περιβαλλοντικής ευαισθησίας και σεβασμού του διεθνούς δικαίου. Όμως πίσω από τα λόγια, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη και συχνά απογοητευτική.
Η πρόσφατη εμπλοκή πολυεθνικών εταιρειών, όπως η Chevron και η ExxonMobil, στα ελληνικά ενεργειακά κοιτάσματα, συνοδεύτηκε από τόνους ενθουσιασμού. Μιλήσαμε για επενδύσεις, για θέσεις εργασίας, για “νέα εποχή”. Όμως, η ουσία είναι ότι η εξάρτηση από ξένα συμφέροντα, δεν μπορεί να συνιστά στρατηγική ανεξαρτησίας. Το ενεργειακό αφήγημα της χώρας χτίστηκε πάνω σε ευχές, όχι σε σχέδιο. Οι υδρογονάνθρακες εμφανίστηκαν σαν το “μαγικό ραβδί” που θα λύσει όλα τα προβλήματα, χωρίς να υπάρχει καμία εγγύηση ότι η εκμετάλλευσή τους θα αποδειχθεί πράγματι βιώσιμη οικονομικά ή περιβαλλοντικά και στην πράξη, ωφέλιμη για τους Έλληνες πολίτες.
Την ίδια στιγμή, το κράτος παρουσιάζει τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και τα θαλάσσια πάρκα ως απόδειξη ότι νοιάζεται για το περιβάλλον. Στην πράξη όμως, η προστασία των θαλασσών μένει μόνο στα λόγια, δεν υπάρχει σημαντική χρηματοδότηση, δε γίνεται ουσιαστική συζήτηση με την κοινωνία και δεν υπάρχει πραγματική επιστημονική βάση. Έτσι, η περιβαλλοντική πολιτική, καταλήγει να λειτουργεί περισσότερο ως επικοινωνιακό εργαλείο, ένα πράσινο περιτύλιγμα που συχνά κρύβει την ίδια λογική ανάπτυξης. Πολλές περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν επισημάνει θεσμικές ελλείψεις, τεχνικά προβλήματα, κινδύνους από ενεργειακές δραστηριότητες και μεγάλη έλλειψη πόρων, για να εφαρμοστούν σωστά οι προστατευμένες ζώνες.
Κάπως έτσι, η Ελλάδα προσπαθεί να βρει μια ισορροπία ανάμεσα στην πράσινη ενέργεια και στα πιο παραδοσιακά ενεργειακά μοντέλα, ανάμεσα στην προσπάθεια για ευρωπαϊκή αναγνώριση και στη διαχείριση των δικών της εσωτερικών αντιθέσεων. Είναι μια χώρα που θέλει να γίνει ενεργειακός κόμβος στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά στην πράξη παραμένει ενεργειακά εξαρτημένη και διπλωματικά πιο συγκρατημένη.
Η εξωτερική πολιτική δεν είναι μόνο σχέσεις με άλλες χώρες, είναι καθρέφτης του πώς αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Και εκεί, βρίσκεται ίσως το βαθύτερο πρόβλημα. Η Ελλάδα δεν έχει αποφασίσει ακόμη ποια είναι! Θέλουμε να εμφανιζόμαστε ως δύναμη του δικαίου, όμως αποδεχόμαστε, χωρίς ενστάσεις, τον επιλεκτικό τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται το διεθνές δίκαιο. Καταδικάζουμε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, αλλά την ίδια στιγμή η κατοχή της Κύπρου συνεχίζεται μισό αιώνα, χωρίς να μας προκαλεί την ίδια ηθική αγανάκτηση.
Το Κυπριακό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας πολιτικής που αναπαράγει τον εαυτό της μέσα από την αδράνεια. Κάθε κυβέρνηση ανακοινώνει νέες πρωτοβουλίες, παράθυρα ευκαιρίας και δυναμικές παρεμβάσεις, αλλά η ουσία δεν αλλάζει. Οι διαπραγματεύσεις παραμένουν στάσιμες, οι παραβιάσεις συνεχίζονται, και η διεθνής κοινότητα απλώς παρακολουθεί. Η Ελλάδα, εγκλωβισμένη μεταξύ ευρωπαϊκής νομιμότητας και διαρκούς φόβου για “πρόκληση” της Άγκυρας, αναπαράγει ένα παιχνίδι χωρίς αποτέλεσμα.
Αυτό το έλλειμμα στρατηγικής, δεν περιορίζεται μόνο στην Κύπρο ή στα ελληνοτουρκικά. Εκτείνεται σε κάθε έκφανση της εξωτερικής πολιτικής. Από τη διαχείριση των σχέσεων με τα Βαλκάνια έως τη στάση απέναντι στη Μέση Ανατολή, η χώρα δείχνει να κινείται χωρίς συνεκτικό αφήγημα. Οι αποφάσεις λαμβάνονται αποσπασματικά, με βάση συγκυρίες και εξωτερικές πιέσεις, όχι μέσα από ένα μακρόπνοο εθνικό σχέδιο.
Αυτός είναι και ο πυρήνας του προβλήματος. Η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να συγκροτήσει μια ενιαία εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές αλλαγές και να εκφράζει συλλογικά την εθνική της βούληση. Μιλάμε πολύ για εθνικά συμφέροντα, αλλά σπάνια συμφωνούμε στο τι ακριβώς σημαίνουν. Η έννοια του εθνικού συμφέροντος έχει μετατραπεί σε εργαλείο ρητορικής, όχι σε οδηγό πολιτικής.
Κάποιες φορές, η χώρα λειτουργεί σαν να προσπαθεί να πείσει πρώτα τον εαυτό της ότι είναι ισχυρή. Το βλέπουμε σε κάθε επίσκεψη ηγετών, σε κάθε διεθνές συνέδριο, σε κάθε εξαγγελία περί ενεργειακής γεωπολιτικής. Η εικόνα της Ελλάδας, ως πυλώνας σταθερότητας, έχει γίνει τόσο συχνή φράση που πλέον χάνει το νόημά της. Διότι σταθερότητα δεν σημαίνει απραξία, ούτε σημαίνει αποδοχή του υπάρχοντος καθεστώτος ως αναπόφευκτου.
Η αλήθεια είναι πως η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να στηριχθεί στην επικοινωνία, χρειάζεται στρατηγική, συνέπεια, και πάνω απ’ όλα αυτογνωσία. Η χώρα πρέπει να αποφασίσει πού θέλει να σταθεί, σε έναν κόσμο που αλλάζει ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σε μια Ευρώπη που αναζητά ξανά ταυτότητα, και σε μια Μεσόγειο που παραμένει πεδίο ανταγωνισμών.
