Η τραγωδία της Κεφαλονιάς και τα λύματα της Αττικής φανερώνουν μια βαθιά κρίση της Ελλάδας.


Γράφει ο Δημήτρης Αλαμπάνος

Το πρόσφατο τραγικό περιστατικό στην Κεφαλονιά, με τον οδυνηρό θάνατο μιας 19χρονης κοπέλας, δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη μεμονωμένο γεγονός της επικαιρότητας. Πίσω από την είδηση αυτή, πίσω από τη συγκίνηση και την οργή, κρύβεται μια βαθύτερη και πιο ανησυχητική πραγματικότητα που διαπερνά την ελληνική κοινωνία. Μια πραγματικότητα που η Πολιτεία αγνοεί επιδεικτικά.

Η τραγωδία της 19χρονης Μυρτώς, δεν είναι ένα απλό περιστατικό⸱ είναι ένας κοινωνικός καθρέφτης που αντανακλά την αυξανόμενη αποδοχή και χρήση των ναρκωτικών ουσιών στην καθημερινότητα των Ελλήνων – κυρίως των νέων ανθρώπων.

Πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα έρχονται να επιβεβαιώσουν αυτό που πολλοί υποψιάζονταν. Η ανάλυση των λυμάτων στην Αττική από το Εργαστήριο Αναλυτικής Χημείας του ΕΚΠΑ, σε συνδυασμό με ευρωπαϊκή μελέτη σε 115 πόλεις, καταγράφει μια σαφή και ανησυχητική τάση: Η χρήση των ναρκωτικών ουσιών αυξάνεται με τόσο γρήγορους ρυθμούς, που δεν υπάρχουν περιθώρια για εφησυχασμό.

Ιδιαίτερα η κοκαΐνη παρουσιάζει εκρηκτική άνοδο. Μέσα σε μόλις δύο χρόνια, σε ορισμένες μετρήσεις, η κατανάλωσή της στην Αττική εμφανίζεται έως και τριπλάσια, σε σχέση με το 2023, ενώ η παρουσία του βασικού μεταβολίτη της καταγράφεται στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας δωδεκαετίας. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που προκαλεί πρόσθετη ανησυχία, είναι το ότι η χρήση αυτών των ουσιών κορυφώνεται κυρίως τα Σαββατοκύριακα.

Αυτό το τελευταίο, σίγουρα δεν είναι τυχαίο. Αντιθέτως, αποκαλύπτει ότι η χρήση ναρκωτικών ουσιών συνδέεται άμεσα με τη διασκέδαση και την ανάγκη διαφυγής, κυρίως των νέων ανθρώπων, από τη δύσκολη και καταπιεστική καθημερινότητα. Μια καθημερινότητα που δεν καλύπτει ούτε τις ψυχολογικές, ούτε τις ουσιαστικές τους ανάγκες. Έτσι, οι νέοι αναζητούν απεγνωσμένα μια διέξοδο. Και όταν δεν είναι σε θέση να βρουν υγιείς και δημιουργικούς δρόμους, οδηγούνται αναπόφευκτα σε παράνομες και επικίνδυνες επιλογές.

Την ίδια στιγμή, η μέση ελληνική οικογένεια φαίνεται να αδυνατεί να καλύψει αυτό το κενό. Οι γονείς εξαντλούνται καθημερινά από σκληρά και παρατεταμένα ωράρια εργασίας. Επιστρέφουν στο σπίτι χωρίς την ενέργεια, τον χρόνο ή την ψυχική διαθεσιμότητα που απαιτείται για ουσιαστική επικοινωνία με τα παιδιά τους. Η ανεπαρκής ενασχόληση με την ανατροφή των παιδιών τους, δε συνεπάγεται απαραίτητα αδιαφορία. Κυρίως, πρόκειται για φυσική αδυναμία να αφιερώσουν τον απαραίτητο ποιοτικό χρόνο για τη διαπαιδαγώγησή τους.

Έτσι, το κενό αυτό έρχεται να καλυφθεί από τα κοινωνικά δίκτυα. Εκεί, προβάλλονται πρότυπα αποκομμένα από την πραγματικότητα. Πρόσωπα και εικόνες που παρουσιάζουν τη χρήση ουσιών ως κάτι φυσιολογικό, ως στοιχείο διασκέδασης ή κοινωνικής αποδοχής. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια επικίνδυνη κανονικοποίηση του παράνομου και του αφύσικου.

Παράλληλα, το σχολείο δεν φαίνεται να καταφέρνει να λειτουργήσει ως αντίβαρο. Δεν εξοπλίζει επαρκώς τους νέους με τα απαραίτητα εφόδια: Αξιακό υπόβαθρο, κριτική σκέψη, αυτοπροστασία, διαχείριση πίεσης, κατανόηση της πραγματικής ζωής. Η εκπαίδευση παραμένει σε μεγάλο βαθμό αποκομμένη από τις σύγχρονες κοινωνικές προκλήσεις. Και έτσι, αντί να θωρακίζει, αφήνει τους νέους εκτεθειμένους.

Η ελλιπής αυτή παιδεία, συμβάλλει στη διαμόρφωση αδύναμων χαρακτήρων, χωρίς σταθερές αξίες και χωρίς την απαιτούμενη υπευθυνότητα απέναντι στη ζωή και στον συνάνθρωπο. Αυτό, αποτυπώνεται με τον πιο σκληρό τρόπο στο τραγικό περιστατικό της Κεφαλονιάς. Νέοι άνθρωποι δεν οδηγήθηκαν μόνο σε παράνομες πράξεις, όπως η χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά έφτασαν στο σημείο να εγκαταλείψουν έναν άνθρωπο που είχε ανάγκη άμεσης βοήθειας, αντί να καλέσουν έγκαιρα τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Το αποτέλεσμα είναι η αργή αλλά σταθερή δημιουργία μιας κοινωνίας που παράγει αδύναμους και ευάλωτους ανθρώπους. Ανθρώπους που καλούνται να πάρουν κρίσιμες αποφάσεις, χωρίς τα κατάλληλα εργαλεία. Ανθρώπους που επηρεάζονται εύκολα από λάθος πρότυπα και επικίνδυνες επιρροές.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η τραγωδία της Μυρτώς δεν είναι ένα μεμονωμένο ατυχές γεγονός. Είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς από ελλείψεις. Ελλείψεις που ξεκινούν από την εργασία και την καθημερινότητα, περνούν από την οικογένεια και την παιδεία και καταλήγουν στα πρότυπα και τη συνολική κατεύθυνση της κοινωνίας.

Την ίδια στιγμή, δεν πρέπει να αγνοηθεί και ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας, όπως είναι η διακίνηση των ναρκωτικών ως μια ιδιαίτερα κερδοφόρα πρακτική, που λειτουργεί εις βάρος της υγείας και της ίδιας της ζωής των νέων ανθρώπων.

Απέναντι σε αυτή τη σύνθετη και ανησυχητική πραγματικότητα, η απλή καταγραφή του προβλήματος, δεν αρκεί. Η κοινωνία οφείλει να περάσει από τη διαπίστωση στη δράση, με παρεμβάσεις που αγγίζουν τις ρίζες του φαινομένου και όχι μόνο τα συμπτώματά του.

Η ενίσχυση της παιδείας αποτελεί τον πρώτο και καθοριστικό πυλώνα. Όπως αναφέρεται και στις προγραμματικές δηλώσεις της Ελλήνων Συνέλευσις, η παιδεία οφείλει να λειτουργεί ως ένα πανίσχυρο εργαλείο διαμόρφωσης ανθρώπων με κρίση, επίγνωση και αυτογνωσία (γνώθι σ’ αυτόν). Μια εκπαίδευση που δεν περιορίζεται στη μετάδοση γνώσεων, αλλά καλλιεργεί ουσιαστικά την προσωπικότητα και μπορεί να θωρακίσει τους νέους, απέναντι σε άσχημες επιρροές και επικίνδυνες επιλογές.

Πολύ κρίσιμο ρόλο παίζουν επίσης οι συνθήκες εργασίας. Η καθημερινή εξάντληση των γονέων, δεν είναι μια δευτερεύουσα παράμετρος, αλλά ο βασικός κρίκος της αλυσίδας. Η διασφάλιση εργασιακών συνθηκών με σεβασμό προς τον άνθρωπο, καθώς και η δίκαιη και αξιοκρατική αμοιβή, μπορούν να αποκαταστήσουν την ισορροπία στην οικογενειακή ζωή. Μόνο όταν ο άνθρωπος δεν εξαντλείται σωματικά και ψυχολογικά στην προσπάθειά του να επιβιώσει, έχει τον χρόνο και τη δύναμη να σταθεί ουσιαστικά δίπλα στα παιδιά του.

Τέλος, η Πολιτεία οφείλει να ενισχύσει τους μηχανισμούς ελέγχου της διακίνησης προϊόντων. Τα τελωνεία δεν είναι απλώς φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί, αλλά βασικοί θεματοφύλακες της νομιμότητας και της ποιότητας των αγαθών που εισέρχονται στη χώρα. Η αυστηρή εποπτεία και ο αποτελεσματικός έλεγχος, μπορούν να περιορίσουν τη εισαγωγή επικίνδυνων ουσιών και να συμβάλλουν στην προστασία της δημόσιας υγείας.

Λύσεις λοιπόν, υπάρχουν. Προϋποθέτουν όμως, μια ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο που η κοινωνία αντιλαμβάνεται τον ίδιο τον άνθρωπο, την παιδεία, την εργασία και την έννοια της δικαιοσύνης. Το πραγματικό ερώτημα  δεν είναι τι πρέπει να γίνει, αλλά αν υπάρχει πραγματικά η βούληση για τέτοιες ριζικές αλλαγές.


Visited 48 times, 1 visit(s) today

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *