Γράφει ο Δημήτρης Αλαμπάνος

«H ΕΕ προτίθεται να σαμποτάρει την οικονομία της Ουγγαρίας εάν η Βουδαπέστη μπλοκάρει τη νέα βοήθεια ύψους 50 δις ευρώ προς την Ουκρανία.»

 Η πληροφορία αυτή προκύπτει από ένα εμπιστευτικό σχέδιο που εκπονήθηκε από τις Βρυξέλλες και που σηματοδοτεί μια σημαντική κλιμάκωση στη διαμάχη μεταξύ της ΕΕ και της Ουγγαρίας. Στο συγκεκριμένο έγγραφο που συντάχθηκε από αξιωματούχους της ΕΕ και αποκαλύπτουν οι Financial Times, οι Βρυξέλλες περιγράφουν μια στρατηγική για να στοχεύσουν ρητά τις οικονομικές αδυναμίες της Ουγγαρίας, να θέσουν σε κίνδυνο το νόμισμά της και να οδηγήσουν σε κατάρρευση της εμπιστοσύνης των επενδυτών προς τη χώρα, εάν η Βουδαπέστη αρνηθεί να άρει το βέτο της κατά της βοήθειας προς το Κίεβο.

Σημειώνεται, πως ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν, έχει απειλήσει ότι θα εμποδίσει τη χρήση του προϋπολογισμού της ΕΕ για την παροχή 50 δισεκατομμυρίων ευρώ ως οικονομική βοήθεια προς την Ουκρανία, στην έκτακτη σύνοδο κορυφής ηγετών την Πέμπτη. Οι λόγοι, που επικαλείται ο Ούγγρος πρωθυπουργός, είναι τα πολύ χαμηλά ουγγρικά, αλλά και ευρωπαϊκά εισοδήματα των πολιτών, τα οποία έχουν υποστεί μεγάλη καθίζηση από τον υπερπληθωρισμό των τελευταίων δύο ετών και από την οικονομική καταστροφή, που προκάλεσε η πανδημία του κορωνοϊού.

Οι αιτιάσεις του Όρμπαν αποκτούν μεγαλύτερη υπόσταση, αφού η απόφαση αυτή της Ε.Ε πάρθηκε την ίδια στιγμή,που οι Βρυξέλλες ζητούν από τα ευρωπαϊκά κράτη, να επιβάλουν πολιτικές λιτότητας και να παρουσιάσουν μειώσεις ελλειμμάτων.

Σύμφωνα με πολλούς πολιτικούς αναλυτές, η υπόθεση αυτή αναδεικνύει μεταξύ άλλων, το μεγάλο έλλειμμα Δημοκρατίας που διέπει την Ε.Ε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι παρά μια κοινοπραξία κρατών, με την Ουγγαρία να αποτελεί ένα ισότιμο μέλος – εταίρο και ως τέτοιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται. Αντίθετα, βλέπουμε πάντα ένα εκδικητικό μένος της ΕΕ, που λειτουργεί σχεδόν αντανακλαστικά κάθε φορά, που κάποιο μέλος της διαφωνεί, με μια απόφαση της κεντρικής εξουσίας. Σήμερα είναι η Ουγγαρία, χθες κάποιος άλλος, αύριο ποιος ξέρει… Συνήθεις ύποπτοι, οι περιφερειακές χώρες και κυρίως αυτές της νότιας Ευρώπης. Να θυμίσω τις όχι και πολύ μακρινές χρονικά απειλές κατά της χώρας μας για έξοδο από τους κόλπους της Ευρωζώνης. Η λέξη Grexit μας στοίχειωνε στον ύπνο μας, αλλά και στον ξύπνιο μας. Τελικά, η απολυταρχία ζει και βασιλεύει στην καρδιά της Ευρώπης. Αυτό επιβεβαιώνει και η διαφαινόμενη πρόθεση των Βρυξελλών, παρά τη διαφωνία πολλών πολιτικών αναλυτών, να καταργήσει το Βέτο για τις σημαντικές αποφάσεις, οι οποίες πλέον θα παίρνονται με ενισχυμένη πλειοψηφία, αντί της ομοφωνίας που απαιτείται τώρα.

Βλέπουμε, λοιπόν, σήμερα σύσσωμη την ΕΕ (και την ελληνική κυβέρνηση φυσικά) να κατηγορεί και να καταγγέλλει τον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, επειδή αυτός, ακολουθώντας τις επιταγές των πολιτών, που εκπροσωπεί  και τα συμφέροντά τους, αποφάσισε να πει ΟΧΙ σε μια απόφαση άδικη και πέρα ως πέρα ασύμφορη. Φοβάμαι δε, πως, αν τελικά η ΕΕ επιμείνει στην εφαρμογή των σκληρών μέτρων προς την Ουγγρική πλευρά, η τελευταία θα αναγκαστεί να προστρέξει σε άλλες πηγές χρηματοδότησης, με πιθανότερη το νέο οικονομικό οργανισμό «BRICS», που καραδοκεί και φαίνεται να ενισχύεται τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο. Υπενθυμίζω, ότι ένας από τους βασικούς πυλώνες της νέας αυτής συμμαχίας και ιδρυτικό της μέλος της, είναι η Ρωσία, που είναι και ο εχθρός της χώρας (Ουκρανία), που θέλει η ΕΕ να χρηματοδοτήσει! Σε αυτή την περίπτωση θα γίνουμε μάρτυρες μεγάλων γεωπολιτικών μεταβολών, με τελικό χαμένο την ίδια την ΕΕ και τα μέλη της.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, θα ήθελα να καταγγείλω και να στηλιτεύσω τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και τη στάση των κομμάτων στο σύνολό τους, που στην αγωνία τους να βρίσκονται πάντα στη … σωστή πλευρά της ιστορίας, όχι μόνο δεν αντέδρασαν, ως όφειλαν, στην εκβιαστική απόφαση κάποιων εκ των εταίρων μας, κατά της Ουγγαρίας, αλλά δείχνουν να επικροτούν και να συμφωνούν με την πρακτική αυτή της ΕΕ. Η στάση τους αυτή μάλιστα παραβλέπει τη δεινή θέση των Ελλήνων πολιτών, που παρά τη μεγάλη ακρίβεια θα κληθούν να καλύψουν με το υστέρημά τους, το μερίδιο της χώρας μας για τη βοήθεια τρίτης χώρας, η οποία δεν είναι καν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.